Δημήτρης Γιαλουράκης | 01.10.2026 Πολιτική Σκέψη
Τα χρόνια πέρασαν.
Το σπίτι της γιαγιάς έμεινε βαθιά στο δάσος, λίγο πιο χαμηλό απ’ όσο το θυμούνταν όσοι είχαν φύγει. Η υγρασία είχε φουσκώσει την εξώπορτα και κάθε χειμώνα η γιαγιά έβαζε μια διπλωμένη πετσέτα στο κατώφλι για να κόβει τον αέρα. Κάποτε την άλλαζε όταν μούσκευε. Τώρα περίμενε να στεγνώσει.
Στην αυλή, το παλιό πηγάδι είχε σκεπαστεί. Η συκιά εξακολουθούσε να δίνει καρπούς, αλλά δεν υπήρχε πια κανείς να ανέβει στα ψηλά κλαδιά. Η γιαγιά μάζευε όσα έφτανε και άφηνε τα υπόλοιπα στα πουλιά. Από το παράθυρο τα άκουγε να μαλώνουν πάνω από τα ώριμα σύκα, με εκείνη την αδικαιολόγητη σιγουριά που έχουν τα πλάσματα όταν βρίσκουν ακόμη κάτι να φάνε.
Το τζάκι έκαιγε.
Πάνω του κρεμόταν το πορτρέτο του Λένιν, μέσα σε μια κορνίζα σκουραμένη από τον καπνό. Η γιαγιά ξεσκόνιζε το ξύλο κάθε Σάββατο, ανεβαίνοντας σ’ ένα χαμηλό σκαμνί. Τελευταία κρατιόταν με το ένα χέρι από το περβάζι. Το άλλο περνούσε το πανί προσεκτικά πάνω από το τζάμι, σαν να καθάριζε το πρόσωπο κάποιου που είχε καιρό να βγει έξω.
Όταν η φωτιά δυνάμωνε, οι ανταύγειες ανέβαιναν ως τα μάτια του.
Τότε το δωμάτιο έμοιαζε να ξαναγεμίζει.
Πανωφόρια κρεμασμένα πίσω από την πόρτα. Βρεγμένες μπότες κοντά στη φωτιά. Χέρια σκασμένα που έσπρωχναν ένα πιάτο προς τον διπλανό. Κάποιος έκοβε το ψωμί, κάποιος έβαζε κρασί, κάποιος έφερνε μαζί του έναν άνθρωπο που οι υπόλοιποι δεν γνώριζαν και του έκαναν χώρο χωρίς να ρωτήσουν πολλά.
Η γιαγιά θυμόταν περισσότερο τα χέρια τους παρά τις κουβέντες.
Θυμόταν κι εκείνους που δεν ξαναήρθαν. Για χρόνια κρατούσε τις καρέκλες τους στην ίδια θέση. Ύστερα μία έσπασε, μία την έδωσε σ’ έναν γείτονα, μία την έκαψε έναν δύσκολο χειμώνα. Πριν τη βάλει στη φωτιά, πέρασε την παλάμη της πάνω από την πλάτη της. Το ξύλο είχε γυαλίσει εκεί όπου ακουμπούσαν κάποτε οι ώμοι.
Για τον λύκο είχαν πει πως πέθανε.
Ένας καλός κυνηγός είχε τελειώσει τη δουλειά. Έτσι έγραφε το βιβλίο, έτσι το διηγούνταν στα παιδιά, κι έπειτα έκλειναν το εξώφυλλο με την ανακούφιση ανθρώπων που δεν χρειάζεται να μάθουν περισσότερα.
Η γιαγιά, όμως, είχε ζήσει και τις επόμενες σελίδες.
Εκείνο το βράδυ άκουσε βήματα στο μονοπάτι.
Σήκωσε το κεφάλι. Έμεινε ακίνητη, ώσπου τα βήματα πλησίασαν αρκετά για να μην μπορεί να τα μπερδέψει με τη βροχή. Ύστερα κοίταξε το τραπέζι, σαν να υπολόγιζε αν προλάβαινε να στρώσει.
Το χέρι της πήγε στη δεύτερη κούπα που κρατούσε ακόμη στο ράφι.
Η πόρτα άνοιξε.
Η Κοκκινοσκουφίτσα είχε μεγαλώσει. Ήταν ώριμη γυναίκα πια. Το κόκκινο φόρεμά της είχε κοντύνει και το πουκάμισο έμενε ανοιχτό στο στήθος. Κάτω από το ύφασμα ξεπρόβαλλαν ζαρτιέρες με μικρούς κόκκινους φιόγκους. Τα παπούτσια της είχαν λίγη λάσπη στις άκρες, αλλά το καλάθι ήταν καθαρό.
Στάθηκε για μια στιγμή στο κατώφλι. Ήξερε πώς να αφήνει τους άλλους να την κοιτάξουν πριν μιλήσει.
Η γιαγιά χαμογέλασε πριν προλάβει να συγκρατηθεί.
«Ήρθες.»
«Σου είπα ότι θα ερχόμουν.»
Η γιαγιά δεν τη ρώτησε πότε της το είχε πει. Πλησίασε και της έπιασε το χέρι. Ήταν ζεστό, περιποιημένο. Το κράτησε λίγο περισσότερο απ’ όσο ήθελε η Κοκκινοσκουφίτσα.
«Κρύο δεν κάνει έξω;»
«Άλλαξαν οι εποχές, γιαγιά.»
Η γιαγιά κοίταξε για λίγο τους κόκκινους φιόγκους. Ύστερα έσκυψε να ισιώσει την πετσέτα στο κατώφλι.
«Το κατάλαβα. Μπαίνει αέρας από παντού.»
Η Κοκκινοσκουφίτσα προχώρησε στο δωμάτιο και στάθηκε απέναντι από το πορτρέτο.
Μια φλόγα τινάχτηκε πίσω από τα κούτσουρα. Το φως πέρασε πάνω από το μέτωπο του Λένιν, κατέβηκε στο μάγουλο κι έμεινε για μια στιγμή στην άκρη του στόματός του.
Της φάνηκε πως χαμογελούσε.
Ίσιωσε τον γιακά της. Ύστερα τον άφησε πάλι ανοιχτό.
«Τον έχεις ακόμη εδώ;»
«Εδώ ήταν όταν έφυγες.»
«Δεν σκέφτηκες να τον αλλάξεις;»
Η γιαγιά κοίταξε το κάδρο.
«Έχει χαλάσει;»
«Εννοώ… να βάλεις κάτι πιο καινούργιο.»
«Έχεις φέρει;»
Η Κοκκινοσκουφίτσα χαμήλωσε το βλέμμα στο καλάθι της.
«Θέλει λίγο φως αυτό το σπίτι.»
«Έχει ένα κερί στο συρτάρι.»
Ακούμπησε το καλάθι στο τραπέζι. Η γιαγιά τράβηξε μια καρέκλα και κάθισε στην άκρη της, με τα χέρια ακόμη στην ποδιά.
«Πες μου, παιδί μου. Τι έγινε με τον καλό κυνηγό; Έχεις νέα του; Είναι καλά;»
«Α, ναι. Αγόρασε το Facebook.»
Η γιαγιά περίμενε λίγο, μήπως η κουβέντα είχε συνέχεια.
«Και το όπλο του;»
«Δεν το χρειάζεται πια.»
«Μάλιστα.»
Κοίταξε προς το παράθυρο. Πέρα από το τζάμι άρχιζαν τα δέντρα.
«Θα περνάει τουλάχιστον από δω;»
«Είναι πολύ απασχολημένος.»
Η γιαγιά έγνεψε. Την απάντηση αυτή την καταλάβαινε. Την είχε ακούσει αρκετές φορές από αρκετούς ανθρώπους, ώσπου έπαψε να ρωτά τι τους κρατούσε τόσο απασχολημένους.
«Εσύ τι έφερες;»
Η Κοκκινοσκουφίτσα τράβηξε το πανί με μια κίνηση σχεδόν τελετουργική.
Δεν υπήρχε ψωμί. Δεν υπήρχε το μικρό μπουκάλι με το κρασί, ούτε τυρί τυλιγμένο στην πετσέτα.
Υπήρχαν χαρτάκια.
Κάποια ήταν καινούργια και γυαλιστερά. Άλλα είχαν διπλωθεί τόσες φορές που σκίζονταν στις τσακίσεις. Είχαν ονόματα τόπων, σχέδια διαδρομών, υποσχέσεις για σπίτια όπου κανείς δεν θα κρύωνε. Σε ένα ήταν γραμμένη η λέξη «αύριο», με τόσο μεγάλα γράμματα που δεν είχε περισσέψει χώρος για τίποτε άλλο.
Η γιαγιά φόρεσε τα γυαλιά της.
Πήρε ένα χαρτάκι. Το διάβασε και το γύρισε από την άλλη.
«Αυτό το έχω.»
«Δεν γίνεται. Μόλις το έγραψα.»
Η γιαγιά σηκώθηκε και πήγε στον μπουφέ. Άνοιξε ένα συρτάρι που έτριξε κι έβγαλε ένα μικρό τσίγκινο κουτί. Στο καπάκι του διακρινόταν ακόμη μια ξεθωριασμένη ζωγραφιά με μπισκότα.
Το ακούμπησε δίπλα στο καλάθι.
Μέσα είχε χαρτιά.
Η Κοκκινοσκουφίτσα αναγνώρισε τον γραφικό της χαρακτήρα, πιο άτσαλο τότε, με γράμματα που ανέβαιναν προς την άκρη της σελίδας. Θυμήθηκε πως έγραφε βιαστικά. Πως έσφιγγε το μολύβι τόσο δυνατά, που η μύτη του έσπαζε. Η γιαγιά τής έφερνε άλλο και την άκουγε να διαβάζει όσα είχε μόλις γράψει.
«Τα κράτησες όλα;»
«Σχεδόν.»
«Γιατί;»
Η γιαγιά την κοίταξε παραξενεμένη.
«Επειδή σε πίστευα.»
Η φωτιά έσκασε.
Η Κοκκινοσκουφίτσα σήκωσε τα μάτια στο κάδρο. Μια λεπτή λάμψη κατέβαινε από την άκρη του ματιού ως το μάγουλο του Λένιν. Έμοιαζε με δάκρυ. Έγειρε λίγο το κεφάλι και η λάμψη χάθηκε.
«Εδώ μου έλεγες να μη φοβάμαι», συνέχισε η γιαγιά. «Εδώ ότι θα γυρίσεις πριν από τα πρώτα κρύα. Κι εδώ μου είχες ζωγραφίσει το σπίτι με καινούργια σκεπή.»
Ακούμπησε το χαρτί στο τραπέζι. Η ζωγραφισμένη σκεπή ήταν κόκκινη. Στην καμινάδα ανέβαινε καπνός και στα παράθυρα υπήρχε κίτρινο φως.
Η Κοκκινοσκουφίτσα κάθισε.
«Δεν ήταν τόσο εύκολα τα πράγματα.»
«Το ξέρω. Γι’ αυτό σου έδωσα ό,τι είχα.»
Η γιαγιά πέρασε το δάχτυλό της πάνω από τη μικρή καμινάδα.
«Θυμάσαι που έβρεχε μέσα; Έβαλα τη λεκάνη κάτω από το κρεβάτι και σου είπα να κρατήσεις τα χρήματα. Είπες πως τα χρειαζόσουν για τον δρόμο.»
«Και τα χρειαζόμουν.»
«Ύστερα πούλησα το καλό σερβίτσιο.»
«Δεν σου το ζήτησα.»
Η γιαγιά μάζεψε αργά το χέρι της.
«Όχι. Δεν μου το ζήτησες.»
Η Κοκκινοσκουφίτσα κοίταξε τον μπουφέ. Στη θέση του σερβίτσιου υπήρχαν δύο βάζα, το ένα άδειο, το άλλο με λίγο ρύζι. Θυμήθηκε τα πιάτα με τα γαλάζια λουλούδια. Ως παιδί έτρωγε πάντα στο μικρό, εκείνο που είχε μια ρωγμή στην άκρη. Η γιαγιά το γύριζε ώστε η ρωγμή να κοιτάζει προς το μέρος της.
Πάνω από το τζάκι, το πρόσωπο είχε σκοτεινιάσει. Μόνο τα μάτια έμεναν φωτισμένα.
Η Κοκκινοσκουφίτσα μετακίνησε την καρέκλα της.
«Πρέπει να καταλάβεις», είπε. «Το δάσος έχει κανόνες.»
Η γιαγιά σήκωσε το βλέμμα.
«Αυτή την κουβέντα την έχω ξανακούσει.»
«Όλοι την ξέρουν πια.»
«Ο λύκος μού την είχε πει. Εδώ, δίπλα στο κρεβάτι.»
Η Κοκκινοσκουφίτσα τράβηξε το καλάθι προς το μέρος της.
«Δεν είναι το ίδιο.»
«Εκείνος έλεγε ότι ήξερε το δάσος καλύτερα από μένα. Ότι, αν ήθελα να μείνω στο σπίτι μου, έπρεπε να τον ακούω.»
«Κάποιος πρέπει να ξέρει τον δρόμο.»
«Εσύ κάποτε μου έλεγες ότι θα τον ανοίγαμε μαζί.»
Η Κοκκινοσκουφίτσα άνοιξε το στόμα. Από το τζάκι ακούστηκε ένα ξερό τρίξιμο, κι η φλόγα φώτισε το στόμα του πορτρέτου. Για μια στιγμή τής φάνηκε πως τα χείλη κινήθηκαν.
Περίμενε.
«Τι;» ρώτησε η γιαγιά.
«Τίποτα.»
Σηκώθηκε και πήγε στο παράθυρο. Το τζάμι τής επέστρεψε το πρόσωπό της, το κόκκινο φόρεμα, τον ανοιχτό γιακά. Πίσω από τον ώμο της φαινόταν η κορνίζα.
Θυμήθηκε τον εαυτό της μικρή, πάνω σ’ ένα σκαμνί, να ρωτά τη γιαγιά γιατί εκείνος ο άνθρωπος τις κοίταζε συνέχεια.
«Εσύ τον κοιτάζεις», της είχε απαντήσει η γιαγιά και είχε συνεχίσει να ζυμώνει.
Τότε είχε κατέβει από το σκαμνί και είχε χώσει τα δάχτυλα στη ζύμη.
«Δεν μπορείς να ζεις συνέχεια με όσα είπαμε παλιά», είπε τώρα, χωρίς να γυρίσει.
«Τότε γιατί μου τα ξαναφέρνεις;»
Η ερώτηση έμεινε πάνω στο τραπέζι, ανάμεσα στο καλάθι και στο τσίγκινο κουτί.
Η γιαγιά έβγαλε τα γυαλιά της. Τα καθάρισε στην άκρη της ποδιάς, αν και ήταν καθαρά.
«Την πρώτη φορά που άργησες, είπα πως χάθηκες. Τη δεύτερη πως κάτι σου συνέβη. Ρωτούσα όποιον περνούσε. Αν σε είδε, αν ήσουν καλά, αν χρειαζόσουν κάτι.»
Η Κοκκινοσκουφίτσα γύρισε λίγο το κεφάλι.
«Δεν ήξερες τι περνούσα.»
«Όχι. Δεν ήξερα.»
Η γιαγιά δίπλωσε ένα χαρτάκι πάνω στην παλιά του τσάκιση.
«Ύστερα έμαθα πως περνούσες από τον μεγάλο δρόμο. Εκείνον που φαίνεται από τα ψηλά παράθυρα. Είπα πως θα βιαζόσουν.»
Στο δωμάτιο ακουγόταν μόνο η φωτιά.
«Κάθε φορά έβρισκα κάτι να πω», συνέχισε. «Στους άλλους πρώτα. Μετά στον εαυτό μου.»
Η Κοκκινοσκουφίτσα κοίταξε το κάδρο.
Τώρα ο Λένιν έμοιαζε να γελά.
Το φως τρεμόπαιζε στις άκρες του στόματος, μα τα μάτια έμεναν σκοτεινά. Ήταν μια έκφραση που δεν θυμόταν να είχε ξαναδεί στο πρόσωπό του. Έκανε ένα βήμα προς το τζάκι. Το γέλιο χάθηκε.
«Γιατί δεν μου έγραψες;» ρώτησε.
Η γιαγιά την κοίταξε.
«Σου έγραψα.»
Η Κοκκινοσκουφίτσα χαμήλωσε τα μάτια.
«Ήταν πολλά τα γράμματα.»
«Το φαντάστηκα.»
Η γιαγιά άφησε τα γυαλιά πάνω στο τραπέζι.
«Ξέρεις τι περίμενα τόσα χρόνια; Να μπεις από αυτή την πόρτα και να μπορώ να σε ρωτήσω πώς είσαι. Να μου πεις πού πήγες, τι είδες, τι δεν μπόρεσες να κάνεις. Θα σου έβαζα να φας.»
«Γι’ αυτό ήρθα.»
«Από την ώρα που μπήκες, μου εξηγείς γιατί πρέπει να περιμένω κι άλλο.»
Η Κοκκινοσκουφίτσα κοίταξε τα καινούργια χαρτάκια. Είχε φροντίσει τις λέξεις. Είχε αλλάξει μερικές που ακούγονταν παλιές, είχε μικρύνει κάποιες φράσεις, είχε βάλει πιο καθαρά γράμματα.
Πάνω πάνω βρισκόταν το «αύριο».
Το γύρισε ανάποδα.
«Και τώρα τι θέλεις από μένα;»
Η γιαγιά άργησε να απαντήσει. Είχε φανταστεί πολλές φορές αυτή τη συνάντηση. Σε καμία δεν χρειαζόταν να εξηγήσει γιατί την περίμενε.
«Να καθίσεις λίγο», είπε. «Χωρίς να μου διαβάζεις χαρτιά.»
Η Κοκκινοσκουφίτσα έμεινε όρθια.
Ένα κούτσουρο υποχώρησε μέσα στη χόβολη. Η φλόγα δυνάμωσε και το πρόσωπο του Λένιν φωτίστηκε ολόκληρο.
Της φάνηκε κουρασμένο.
Το μέτωπο, τα βαθουλώματα γύρω από τα μάτια, εκείνη η μικρή σκιά κάτω από το στόμα. Πλησίασε τόσο, που η ζέστη τής έκαψε ελαφρά τα γόνατα. Μέσα στο τζάμι εμφανίστηκε και το δικό της πρόσωπο, πάνω στο δικό του.
Τραβήχτηκε.
«Πάντα έτσι με κοιτάζει;»
Η γιαγιά σήκωσε το κεφάλι προς το πορτρέτο.
«Δεν ξέρω, παιδί μου. Από δω που κάθομαι, βλέπω τη φωτιά.»
Ακούστηκε ένα μικρό γουργούρισμα.
Η γιαγιά ακούμπησε την παλάμη στην κοιλιά της και χαμογέλασε αμήχανα, σαν να είχε διακόψει μια σπουδαία συζήτηση για κάτι ασήμαντο.
«Έφερες τίποτε να φάμε;»
Η Κοκκινοσκουφίτσα κοίταξε το καλάθι.
«Σου έφερα ελπίδα.»
Η γιαγιά έμεινε για λίγο καθισμένη. Ύστερα σηκώθηκε, έβγαλε από το ντουλάπι τη μισή φραντζόλα που είχε κρατήσει για το πρωί και πήρε το μαχαίρι.
Η κόρα ήταν σκληρή. Χρειάστηκε να στηρίξει το ψωμί με όλη την παλάμη για να το κόψει.
Το χώρισε στα δύο.
Έβαλε το μεγαλύτερο κομμάτι μπροστά στην Κοκκινοσκουφίτσα.
Εκείνη έμοιασε έτοιμη να πει κάτι. Το βλέμμα της πήγε στο χέρι της γιαγιάς, στα δάχτυλα που έτρεμαν λίγο μετά την προσπάθεια. Ύστερα ανέβηκε στο κάδρο.
Η φωτιά χαμήλωνε. Μια τελευταία ανταύγεια έμενε κάτω από το μάτι του Λένιν.
Η Κοκκινοσκουφίτσα τράβηξε την καρέκλα και κάθισε. Πήρε το ψωμί, το κράτησε για λίγο κι έπειτα δάγκωσε.
Η γιαγιά παρακολούθησε την κίνηση.
Τα δόντια την κράτησαν για μια στιγμή ακίνητη.
Ύστερα χαμήλωσε τα μάτια στο δικό της κομμάτι.
Ανάμεσά τους ήταν το καλάθι, τα χαρτάκια και το ανοιχτό τσίγκινο κουτί. Η γιαγιά τα παραμέρισε προσεκτικά για να χωρέσει η δεύτερη κούπα.
Δεν έριξε άλλο ξύλο στη φωτιά.
Έξω από την πόρτα δεν ακουγόταν τίποτα.






