Πάνω από 5.000 πτήσεις την ημέρα, ραντάρ του 1999 και μια βλάβη που «πάγωσε» τον ελληνικό εναέριο χώρο – Το ρεπορτάζ του AFP για τα όρια του συστήματος ελέγχου εναέριας κυκλοφορίας.
Γιώργος Παπαγιάννης | 25.08.2026 Ελλάδα
«Κοιτάξτε αυτόν τον ουρανό, είναι τρελό, δεν υπάρχει χώρος για άλλα αεροπλάνα!» Η Όλγα Τόκη, αντιπρόεδρος της Ένωσης Ελεγκτών Εναέριας Κυκλοφορίας Ελλάδας, κοιτάζει τις οθόνες του κέντρου ελέγχου και βλέπει μια πράσινη θάλασσα από βελάκια. Κάθε ένα από αυτά αντιστοιχεί σε ένα αεροσκάφος γεμάτο τουρίστες, που φτάνουν ή αναχωρούν από τα ελληνικά αεροδρόμια. Είναι το απόγειο της τουριστικής σεζόν και το σύστημα εναέριας κυκλοφορίας της χώρας λειτουργεί στα όριά του.
Το ρεπορτάζ του Γαλλικού Πρακτορείου Ειδήσεων (AFP) αποτυπώνει την εικόνα της ασφυξίας: τον Ιούλιο του 2026, τα ελληνικά αεροδρόμια διαχειρίστηκαν κατά μέσο όρο 2.700 πτήσεις την ημέρα, από 1.000 έως 1.500 που είναι ο μέσος όρος της χαμηλής περιόδου. Στις 18 Ιουλίου, ο αριθμός των αεροσκαφών στον ελληνικό εναέριο χώρο ξεπέρασε κάθε προηγούμενο ρεκόρ: 5.082 πτήσεις σε μία μόνο ημέρα.
Σύμφωνα με τη Eurocontrol, η συνολική κίνηση στη νοτιοανατολική Ευρώπη έχει αυξηθεί κατά περίπου 40% σε σχέση με το 2019. Οι τουριστικές αφίξεις στην Ελλάδα έφτασαν πέρυσι τα 38 εκατομμύρια, 23% περισσότερες από το προ-πανδημικό υψηλό του 2019, σε μια χώρα με πληθυσμό περίπου 10 εκατομμυρίων κατοίκων.
Ένα σύστημα που γερνάει – και μια βλάβη που αποκάλυψε την ευπάθεια
Το πρόβλημα, ωστόσο, δεν είναι μόνο ο αριθμός των πτήσεων. Είναι η υποδομή που καλείται να τις διαχειριστεί. Ο κεντρικός ραντάρ του αεροδρομίου της Αθήνας χρονολογείται από το 1999, ενώ το σύστημα επικοινωνιών και τα λοιπά συστήματα υποστήριξης έχουν μείνει πίσω από τις σύγχρονες ανάγκες.
Η κορύφωση της κρίσης ήρθε στις 4 Ιανουαρίου 2026, όταν μια σοβαρή βλάβη στο σύστημα επικοινωνίας που συνδέει τους ελεγκτές εναέριας κυκλοφορίας με τα αεροσκάφη αποκάλυψε μια δραματική αδυναμία: οι ελεγκτές μπορούσαν να βλέπουν τα αεροσκάφη στις οθόνες τους, αλλά δεν μπορούσαν να ακούσουν ούτε να μιλήσουν με τους πιλότους. Ο ελληνικός εναέριος χώρος έκλεισε για περισσότερες από δύο ώρες, προκαλώντας χάος με αλυσιδωτές ακυρώσεις και εκτροπές πτήσεων σε γειτονικές χώρες.
Η βλάβη αυτή λειτούργησε ως «καμπανάκι». Ανακοινώθηκε ένα πρόγραμμα αναβάθμισης της υποδομής, ύψους περίπου 300 εκατομμυρίων ευρώ, το οποίο περιλαμβάνει την εγκατάσταση νέων ψηφιακών συστημάτων επικοινωνιών. Η εγκατάσταση των νέων συστημάτων ξεκίνησε στα μέσα Αυγούστου, ωστόσο το παλαιό ραντάρ παραμένει σε λειτουργία, με το συνολικό έργο αναβάθμισης να αναμένεται να ολοκληρωθεί το 2028.
Η έλλειψη προσωπικού και η παρέμβαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής
Οι ελεγκτές εναέριας κυκλοφορίας περιγράφουν την κατάσταση με μια λέξη: υποστελέχωση. «Κατά την καλοκαιρινή περίοδο, έχουμε οξεία έλλειψη προσωπικού», αναφέρουν χαρακτηριστικά. Ο χάρτης της Ελλάδας είναι χωρισμένος σε δέκα τομείς, ο καθένας από τους οποίους διαχειρίζεται ένας ελεγκτής με τη βοήθεια ενός βοηθού.
Παράλληλα, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει προσφύγει στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατά της Ελλάδας, επειδή η χώρα απέτυχε να ευθυγραμμίσει τις διαδικασίες ναυσιπλοΐας της με τα παγκόσμια πρότυπα Performance-Based Navigation (PBN) – μια κίνηση που υπογραμμίζει τη χρόνια υστέρηση της χώρας στον εκσυγχρονισμό των υποδομών της.
Η Ελλάδα, που βασίζει ένα τεράστιο κομμάτι της οικονομίας της στον τουρισμό, καλείται να διαχειριστεί ταυτόχρονα την πρωτοφανή αύξηση της κίνησης και την ανάγκη εκσυγχρονισμού των υποδομών της. Το ερώτημα που μένει να απαντηθεί είναι αν η χώρα θα προλάβει να αναβαθμίσει το σύστημά της πριν από την επόμενη μεγάλη κρίση – ή αν μια νέα βλάβη, σε μια ακόμη πιο πολυσύχναστη ημέρα, θα φέρει ξανά το ελληνικό σύστημα εναέριας κυκλοφορίας στα όριά του.






