Η Petroleum Facilities Guard, σώμα υπό το υπουργείο Άμυνας, έκλεισε τη βαλβίδα 7 του αγωγού που συνδέει το μεγαλύτερο κοίτασμα της Λιβύης με το λιμάνι της Ζαουίγια. Η παραγωγή έπεσε από τα 300.000 στα 100.000 βαρέλια ημερησίως. Η κρατική εταιρεία πετρελαίου προειδοποιεί για διακοπή εξαγωγών και κίνδυνο για το διυλιστήριο της Ζαουίγια.
Γιώργος Παπαγιάννης | 22.09.2026 Διεθνή
Μια ένοπλη ομάδα έκλεισε τη βαλβίδα 7 του πετρελαιαγωγού που μεταφέρει αργό από το κοίτασμα Σαράρα, στο νοτιοδυτικό τμήμα της Λιβύης, στο λιμάνι της Ζαουίγια, 45 χιλιόμετρα δυτικά της Τρίπολης. Η ενέργεια έγινε τη Δευτέρα το βράδυ, σύμφωνα με ανακοίνωση της λιβυκής Εθνικής Εταιρείας Πετρελαίου (NOC), και είχε άμεσο αντίκτυπο στην παραγωγή.
Σύμφωνα με δύο μηχανικούς που εργάζονται στο κοίτασμα και μίλησαν στο Reuters, η παραγωγή του Σαράρα μειώθηκε κατά περίπου 200.000 βαρέλια ημερησίως, πέφτοντας από τα 300.000 στα 100.000 με 105.000 βαρέλια. Ο πρόεδρος της NOC, Μασούντ Σουλεϊμάν, επιβεβαίωσε τη μείωση, χωρίς να δώσει περαιτέρω εξηγήσεις.
Το κοίτασμα Σαράρα, στη λεκάνη Μουρζούκ, είναι το μεγαλύτερο της Λιβύης και ένα από τα σημαντικότερα της Αφρικής. Ο αγωγός που δέχθηκε την επίθεση λειτουργεί από την Akakus Oil Operations Company, θυγατρική της NOC.
Ποιοι έκλεισαν τη βαλβίδα και τι ζητούν
Την ευθύνη για το κλείσιμο της βαλβίδας φέρει η Petroleum Facilities Guard (PFG), σώμα που είναι αρμόδιο για την ασφάλεια πετρελαϊκών εγκαταστάσεων, αγωγών και κοιτασμάτων και υπάγεται στο λιβυκό υπουργείο Άμυνας. Σύμφωνα με το ολλανδικό δημόσιο ραδιόφωνο NOS, η ομάδα είχε προειδοποιήσει από την προηγούμενη εβδομάδα ότι θα προχωρούσε σε αποκλεισμούς αγωγών εάν δεν ικανοποιούνταν τα αιτήματά της.
Το βασικό αίτημα της PFG είναι η οργάνωσή της να υπαχθεί «οικονομικά και διοικητικά» στη NOC, αντί στο υπουργείο Άμυνας. Πρόκειται για ένα ζήτημα που αγγίζει τον έλεγχο των ροών χρηματοδότησης και της επιχειρησιακής διαχείρισης των πετρελαϊκών υποδομών — ένα από τα πιο ευαίσθητα σημεία της λιβυκής πολιτικής.
Την περασμένη εβδομάδα, η ίδια ομάδα είχε προχωρήσει σε προσωρινό αποκλεισμό τριών κοιτασμάτων, ο οποίος άρθηκε την επόμενη ημέρα. Στις 17 Σεπτεμβρίου, η NOC είχε προειδοποιήσει για πρώτη φορά ότι εξέταζε το ενδεχόμενο κήρυξης ανωτέρας βίας, μετά τον «παράνομο αποκλεισμό» βαλβίδας σε κεντρικό αγωγό που ανέστειλε τη λειτουργία δύο κοιτασμάτων στα βορειοδυτικά (Al-Tahara και Al-Hamada). Η παραγωγή σε εκείνες τις εγκαταστάσεις αποκαταστάθηκε στη συνέχεια.
Οι συνέπειες για τη λιβυκή οικονομία
Η NOC απηύθυνε έκκληση προς την PFG να ανοίξει τον αγωγό, χωρίς αποτέλεσμα. Σύμφωνα με την ανακοίνωση της εταιρείας, τα τεχνικά της κλιμάκια δεν κατάφεραν να προσεγγίσουν τις βαλβίδες 6 και 7 για να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα.
Η κρατική εταιρεία προειδοποίησε ότι η συνέχιση του κλεισίματος θα έχει τρεις άμεσες συνέπειες: την πλήρη αναστολή της παραγωγής στο κοίτασμα Σαράρα, τη διακοπή της μεταφοράς και των εξαγωγών αργού, και τον κίνδυνο αναστολής της λειτουργίας του διυλιστηρίου στη Ζαουίγια. Στην τελευταία περίπτωση, η Λιβύη θα αναγκαστεί να εισάγει καύσιμα από το εξωτερικό, αυξάνοντας το κόστος εφοδιασμού.
Σύμφωνα με την NOC, η συνέχιση της διακοπής «θα έβλαπτε άμεσα την εθνική οικονομία» και «θα μείωνε τα έσοδα του κράτους», σε μια συγκυρία κατά την οποία οι διεθνείς τιμές του πετρελαίου βρίσκονται σε άνοδο λόγω του πολέμου στη Μέση Ανατολή. Η εταιρεία προειδοποίησε ότι εάν ο αποκλεισμός παραταθεί, μπορεί να «αναγκαστεί να κηρύξει ανωτέρα βία» και να αθετήσει συμβατικές της υποχρεώσεις προς τους αγοραστές.
Η λιβυκή οικονομία εξαρτάται σε απόλυτο βαθμό από τα έσοδα του πετρελαίου. Η χώρα διαθέτει τα μεγαλύτερα επιβεβαιωμένα αποθέματα αργού στην Αφρική. Το μεγαλύτερο μέρος των εξαγωγών της κατευθύνεται προς την Ευρώπη.
Το ευρύτερο πλαίσιο της αστάθειας
Το περιστατικό δεν είναι μεμονωμένο. Από την ανατροπή του Μουάμαρ Καντάφι το 2011, η Λιβύη βυθίστηκε σε παρατεταμένη πολιτική και στρατιωτική αστάθεια, με δύο ανταγωνιστικές κυβερνήσεις και δεκάδες ένοπλες ομάδες να διεκδικούν έλεγχο εδαφών, υποδομών και πόρων. Οι αποκλεισμοί πετρελαϊκών εγκαταστάσεων — κοιτασμάτων, αγωγών και τερματικών σταθμών — αποτελούν σταθερό εργαλείο πίεσης για την ικανοποίηση πολιτικών ή οικονομικών αιτημάτων.
Το 2024 και το 2025, αντίστοιχες διακοπές είχαν οδηγήσει σε σημαντικές απώλειες παραγωγής και σε προσωρινές κηρύξεις ανωτέρας βίας από τη NOC. Η βαλβίδα 7 του αγωγού Σαράρα–Ζαουίγια είχε κλείσει και στο παρελθόν, με τις αρχές να κάνουν λόγο για σαμποτάζ και πολιτικές σκοπιμότητες.
Η σημερινή κρίση ξεσπά σε μια ιδιαίτερα ευαίσθητη συγκυρία για την παγκόσμια αγορά ενέργειας. Ο πόλεμος μεταξύ ΗΠΑ-Ισραήλ και Ιράν έχει ήδη προκαλέσει σοβαρές αναταράξεις, με το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ να έχει εκτοξεύσει τις τιμές και να έχει δημιουργήσει ελλείψεις στην Ευρώπη. Η απώλεια 200.000 βαρελιών ημερησίως από τη Λιβύη, έστω και προσωρινά, προσθέτει νέα πίεση σε μια αγορά που δεν έχει περιθώρια για νέες διαταραχές.
Σύμφωνα με το NOS, η κατάσταση στη Λιβύη προκαλεί «πρόσθετη πίεση στη διεθνή αγορά πετρελαίου, η οποία ήδη αντιμετωπίζει διαταραχές από τον πόλεμο μεταξύ ΗΠΑ, Ισραήλ και Ιράν».
Το ερώτημα που παραμένει ανοιχτό είναι αν η PFG θα κλιμακώσει τον αποκλεισμό ή αν θα υπάρξει διαπραγμάτευση με τη NOC και την κυβέρνηση. Η ταχύτητα με την οποία αποκαταστάθηκαν οι προηγούμενοι αποκλεισμοί δείχνει ότι οι δύο πλευρές έχουν κανάλια επικοινωνίας. Το αν αυτά θα λειτουργήσουν και αυτή τη φορά, εν μέσω πολέμου στην ευρύτερη περιοχή, θα κριθεί τις επόμενες ημέρες.






