ΑρχικήΑΠΟΨΕΙΣΗ «Λευκή Επιταγή», η Εικονική Συναίνεση και οι Προτάσεις που Έμειναν στο...

Η «Λευκή Επιταγή», η Εικονική Συναίνεση και οι Προτάσεις που Έμειναν στο Συρτάρι

Η πρώτη ψηφοφορία για τη Συνταγματική αναθεώρηση ολοκληρώθηκε, αλλά η πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη. Η Κωνσταντίνα Π. Μίχου αναλύει τους κινδύνους της «λευκής επιταγής», τη στάση της αντιπολίτευσης και τις προτάσεις που έμειναν στο περιθώριο.

Κωνσταντίνα Π. Μίχου | 29 Ιουλίου 2026 ΑΝΑΛΥΣΗ

Η πρώτη ψηφοφορία στην παρούσα Βουλή για τη Συνταγματική αναθεώρηση ολοκληρώθηκε προχθές στην Ολομέλεια της Βουλής, θέτοντας σε τελική ευθεία τη διαδικασία του άρθρου 110 του Συντάγματος, με τη 2η ψηφοφορία να ακολουθεί στις 27 Αυγούστου.

Η κυβερνητική πλειοψηφία εξασφάλισε την απόλυτη πλειοψηφία των 151 βουλευτών (σε κάποιες περιπτώσεις και παραπάνω) για τις προτεινόμενες αναθεωρητέες διατάξεις, χωρίς όμως να επιτύχει τις απαιτούμενες 180 ψήφους σε καμία από αυτές. Το αποτέλεσμα παρουσιάστηκε περίπου ως απόδειξη ότι η αντιπολίτευση αρνήθηκε να συναινέσει, όμως η πραγματικότητα είναι πολύ πιο σύνθετη.

Η Νέα Δημοκρατία κατέθεσε τις προτάσεις της χωρίς να επιδιώξει εξαρχής τις αναγκαίες πολιτικές συναινέσεις, επενδύοντας επικοινωνιακά στην εικόνα μιας δήθεν μεγάλης μεταρρύθμισης και μεταθέτοντας εκ των υστέρων την ευθύνη στην αντιπολίτευση.


Η διαδικασία του άρθρου 110

Για να κατανοήσει κανείς τι συνέβη, πρέπει να γνωρίζει πώς λειτουργεί η διαδικασία. Το άρθρο 110 προβλέπει δύο διαφορετικές Βουλές. Η σημερινή αποφασίζει ποιες διατάξεις είναι αναθεωρητέες και η επόμενη καθορίζει το τελικό τους περιεχόμενο.

Αν μια διάταξη συγκεντρώσει σήμερα 180 ψήφους, η επόμενη Βουλή μπορεί να την αναθεωρήσει με μόλις 151, ενώ αν συγκεντρώσει από 151 έως 179 ψήφους, η επόμενη Βουλή θα χρειαστεί 180. Αυτό εξηγεί γιατί η στάση της κοινοβουλευτικής αντιπολίτευσης ήταν μια αναγκαστική άμυνα απέναντι στον κίνδυνο να δοθεί μια «λευκή επιταγή» που θα επέτρεπε σε μια μελλοντική κυβερνητική πλειοψηφία να διαμορφώσει μόνη της το νέο συνταγματικό κείμενο.

«Η στάση της κοινοβουλευτικής αντιπολίτευσης ήταν μια αναγκαστική άμυνα απέναντι στον κίνδυνο να δοθεί μια “λευκή επιταγή”»

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της παγίδας υπήρξε η αναθεώρηση του 2019 στο Άρθρο 32 (Εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας), όπου η αρχική πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ για προσφυγή στον λαό υπερψηφίστηκε με 224 ψήφους («Ναι») στην πρώτη Βουλή, δίνοντας όμως έτσι τη «λευκή επιταγή» στην επόμενη πλειοψηφία της ΝΔ να αλλάξει πλήρως την κατεύθυνση και να θεσπίσει την εκλογή Προέδρου ακόμη και με απλή (151) ή σχετική πλειοψηφία. Έτσι αποκτήσαμε ΠτΔ τον Κ. Τασούλα.

Συνεπώς η καταψήφιση από την αντιπολίτευση αποτελούσε τον μοναδικό τρόπο να αποτραπεί μια μονοκομματική αναθεώρηση.

Οι προτάσεις που έμειναν στο συρτάρι

Πίσω όμως από αυτή την αντιπαράθεση υπήρξε και μια δεύτερη, σχεδόν αποσιωπημένη πραγματικότητα. Οι «Δημοκράτες – Προοδευτικό Κέντρο» διέθεταν ένα πλήρως επεξεργασμένο και τεκμηριωμένο πλαίσιο προτάσεων από τη Θεματική Ομάδα «Κράτος Δικαίου» και τα μέλη της Επιτροπής Πολιτικού Προγράμματος.

Όσο η Θεοδώρα Τζάκρη ήταν Αντιπρόεδρος στο κόμμα και, ως εκπρόσωπος των ανεξάρτητων βουλευτών, παρουσίαζε αυτές τις θέσεις στη Βουλή, ακούγονταν προτάσεις που ξεπερνούσαν τη συζήτηση γύρω από το άρθρο 86.

Το πλαίσιο περιλάμβανε:

  • την ίδρυση Συνταγματικού Δικαστηρίου,
  • την πλήρη κατάργηση του ειδικού καθεστώτος ποινικής ευθύνης των υπουργών,
  • την ουσιαστική ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης,
  • τη συνταγματική προστασία των δημόσιων αγαθών (νερό, ενέργεια) και των προσωπικών δεδομένων στην εποχή της Τεχνητής Νοημοσύνης,
  • την αναθεώρηση του άρθρου 16 για την ενίσχυση της δημόσιας τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και έρευνας,
  • καθώς και την παρέμβαση για το άρθρο 79 απέναντι στον κίνδυνο συνταγματοποίησης ενός μόνιμου δημοσιονομικού «κόφτη».

Είχαμε επεξεργαστεί έγκαιρα ένα ολοκληρωμένο εναλλακτικό πλαίσιο θέσεων, έχοντας πολιτική υποχρέωση να το μετατρέψουμε σε σημαία δημόσιου διαλόγου. Εδώ ακριβώς βρίσκεται και η δική μας κριτική, αφού οι θέσεις αυτές δεν έφτασαν ποτέ στην κοινωνία όπως τους άξιζε.

«Δεν οργανώθηκε μια ουσιαστική πολιτική εκστρατεία ενημέρωσης, αλλά επιλέχθηκε μια πολιτική “χαμηλής έντασης”, αφήνοντας τον δημόσιο χώρο να κυριαρχηθεί από την επικοινωνιακή στρατηγική της Νέας Δημοκρατίας και τους τακτικισμούς της υπόλοιπης αντιπολίτευσης.»

Έτσι, το έργο παρέμεινε κλειδωμένο στα συρτάρια.

Η τελευταία ευκαιρία

Το διάστημα μέχρι τη δεύτερη ψηφοφορία της 27ης Αυγούστου είναι ίσως η τελευταία ευκαιρία για έναν πραγματικό δημόσιο διάλογο. Το Σύνταγμα δεν πρέπει να αναθεωρείται για να διευκολύνει την εκάστοτε κυβέρνηση, αλλά για να περιορίζει την εξουσία της, να ενισχύει τους θεσμούς, να προστατεύει τα δικαιώματα των πολιτών και να θωρακίζει το κράτος δικαίου.

Μόνο τότε αποτελεί πραγματική δημοκρατική μεταρρύθμιση και όχι μια ακόμη χαμένη ευκαιρία.

ΔΗΜΟΦΙΛΗ