Το νέο πλαίσιο που φέρνει το νομοσχέδιο του υπουργείου Εργασίας ξεκαθαρίζει πότε τα ασφάλιστρα δεν προστίθενται στον μισθό, ποιες πρόσθετες παροχές δεν θεωρούνται φορολογητέο εισόδημα και αυξάνει το όριο εισφορών στο 35% των αποδοχών.
Γιώργος Πετρίδης | 30 Ιουλίου 2026 ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ
Τρεις διαφορετικές φοροαπαλλαγές εντάσσονται στο νέο καθεστώς για την επαγγελματική ασφάλιση, με διάταξη του νομοσχεδίου του υπουργείου Εργασίας. Η ρύθμιση ενσωματώνει ρητά τις φοροαπαλλαγές στο νέο φορολογικό πλαίσιο που θα διέπει τις εισφορές και τις παροχές της επαγγελματικής ασφάλισης.
Παράλληλα, αυξάνεται το ανώτατο όριο των εισφορών που μπορούν να κατευθύνονται στην επαγγελματική ασφάλιση με ευνοϊκή φορολογική μεταχείριση, από το 20% στο 35% των μικτών αποδοχών για τους μισθωτούς.
Πρώτη απαλλαγή: Τα ασφάλιστρα δεν προστίθενται στον μισθό
Η πρώτη φοροαπαλλαγή αφορά τα ασφάλιστρα που θα καταβάλλονται στο Ομαδικό Ασφαλιστικό Προϊόν Επαγγελματικής Συνταξιοδότησης (ΟΑΠΕΣ), το οποίο θεσπίζεται με το ίδιο νομοσχέδιο. Τα ποσά αυτά θα μπορεί να τα πληρώνει είτε ο εργαζόμενος είτε ο εργοδότης για λογαριασμό του.
Εφόσον δεν υπερβαίνουν το νόμιμο ετήσιο όριο, δεν θα προστίθενται στο φορολογητέο εισόδημα από μισθωτή εργασία. Αυτό σημαίνει ότι η φορολόγηση μεταφέρεται στη στιγμή κατά την οποία ο ασφαλισμένος θα εισπράξει την παροχή, με τους ειδικούς συντελεστές που προβλέπονται.
Παράδειγμα: Εργαζόμενος με ετήσιες μικτές αποδοχές 30.000 ευρώ συμμετέχει σε ομαδικό επαγγελματικό πρόγραμμα και ο εργοδότης του καταβάλλει ασφάλιστρα 3.000 ευρώ. Εφόσον το ποσό βρίσκεται μέσα στο προβλεπόμενο όριο, τα 3.000 ευρώ δεν θα προστεθούν στις φορολογητέες αποδοχές του σαν να αποτελούσαν πρόσθετη αμοιβή.
Δεύτερη απαλλαγή: Αποζημιώσεις που δεν θεωρούνται εισόδημα
Η δεύτερη απαλλαγή καλύπτει πρόσθετες χρηματικές παροχές οι οποίες δεν εξαρτώνται από το ύψος των εισφορών ή από το υπόλοιπο του ατομικού λογαριασμού του ασφαλισμένου.
Σε αυτή την κατηγορία εντάσσονται, μεταξύ άλλων, εφάπαξ αποζημιώσεις λόγω ατυχήματος, αναπηρίας ή άλλου ασφαλιστικού κινδύνου. Τα ποσά αυτά δεν αποτελούν απόδοση της συνταξιοδοτικής αποταμίευσης, αλλά αποζημίωση που καταβάλλεται επειδή συνέβη ένα συγκεκριμένο γεγονός.
Παράδειγμα: Αν ένας ασφαλισμένος δικαιούται πρόσθετη αποζημίωση 15.000 ευρώ εξαιτίας σοβαρού ατυχήματος, το ποσό δεν θα προστεθεί στον συνταξιοδοτικό του λογαριασμό ούτε θα φορολογηθεί ως πρόωρη εξαγορά.
Τρίτη εξαίρεση: Ναυτικοί και αλλοδαποί φορολογικοί κάτοικοι εξωτερικού
Η τρίτη εξαίρεση αφορά αλλοδαπούς αξιωματικούς και μέλη κατώτερου πληρώματος, οι οποίοι είναι φορολογικοί κάτοικοι εξωτερικού και εργάζονται σε πλοία με ελληνική σημαία που πραγματοποιούν διεθνείς πλόες.
Η συνταξιοδοτική παροχή τους απαλλάσσεται από τον φόρο όταν έχει σχηματιστεί αποκλειστικά από εισφορές ή ασφάλιστρα που κατέβαλαν οι ίδιοι. Αν μέρος των χρημάτων έχει πληρωθεί από τον εργοδότη, η εξαίρεση δεν καλύπτει αυτομάτως και το εργοδοτικό τμήμα της παροχής.
Στο 35% των αποδοχών ανεβαίνει το όριο των εισφορών
Μαζί με τις φορολογικές απαλλαγές, το νομοσχέδιο αυξάνει και τα ανώτατα ποσά που θα μπορούν να κατευθύνονται κάθε χρόνο στην επαγγελματική ασφάλιση με ευνοϊκή φορολογική μεταχείριση.
Για τους μισθωτούς, το ετήσιο όριο εισφορών και ασφαλίστρων ανεβαίνει από το 20% στο 35% του αθροίσματος των μικτών αποδοχών και των φορολογητέων παροχών σε είδος. Στο ποσοστό αυτό συνυπολογίζονται οι εισφορές του εργαζομένου και του εργοδότη.
Παράδειγμα: Σε εργαζόμενο με μικτές ετήσιες αποδοχές 30.000 ευρώ, το νέο συνολικό πλαφόν διαμορφώνεται στις 10.500 ευρώ. Αν ο εργοδότης καταβάλει 6.000 ευρώ στο επαγγελματικό πρόγραμμα, ο εργαζόμενος θα έχει τη δυνατότητα να προσθέσει έως 4.500 ευρώ χωρίς να ξεπεραστεί το όριο.
Για μισθωτό με ετήσιες αποδοχές 50.000 ευρώ, το ανώτατο ποσό αυξάνεται στις 17.500 ευρώ, έναντι 10.000 ευρώ με το σημερινό ποσοστό του 20%.
«Η αύξηση του ορίου δεν επιβάλλει την καταβολή υψηλότερων εισφορών. Δίνει, όμως, μεγαλύτερο περιθώριο στον εργαζόμενο και στον εργοδότη να χρηματοδοτήσουν ένα πρόγραμμα συμπληρωματικής σύνταξης.»
Ελεύθεροι επαγγελματίες και μη μισθωτοί
Για τους ελεύθερους επαγγελματίες και τους υπόλοιπους μη μισθωτούς, το ετήσιο ανώτατο ποσό αυξάνεται από τις 20.000 στις 35.000 ευρώ. Το πλαφόν θα αναπροσαρμόζεται κάθε χρόνο με βάση τον δείκτη τιμών καταναλωτή.
Χαμηλότερο πλαφόν για όσους μπαίνουν μετά τα 55
Χαμηλότερα όρια διατηρούνται για όσους εντάσσονται για πρώτη φορά σε πρόγραμμα επαγγελματικής ασφάλισης μετά τη συμπλήρωση του 55ου έτους της ηλικίας τους.
Για τους μισθωτούς αυτής της κατηγορίας, το πλαφόν παραμένει στο 20% των αποδοχών. Για τους μη μισθωτούς διατηρείται στις 20.000 ευρώ τον χρόνο.
Παράδειγμα: Εργαζόμενος ηλικίας 57 ετών με ετήσιες αποδοχές 40.000 ευρώ, ο οποίος ασφαλίζεται για πρώτη φορά σε τέτοιο πρόγραμμα, θα έχει ανώτατο όριο εισφορών 8.000 ευρώ και όχι 14.000 ευρώ, όπως θα προέκυπτε από το ποσοστό του 35%.
Ως πρώτη ασφάλιση θα αντιμετωπίζεται και η επανένταξη προσώπου που είχε διαγραφεί από το πρόγραμμα επειδή έλαβε ολόκληρη τη συνταξιοδοτική παροχή του. Με αυτόν τον περιορισμό επιχειρείται να αποτραπεί η καταβολή ιδιαίτερα υψηλών ποσών λίγο πριν από τη συνταξιοδότηση αποκλειστικά για την εξασφάλιση φορολογικού οφέλους.
Τα αυξημένα όρια θα ισχύσουν για εισφορές και ασφάλιστρα που αφορούν φορολογικά έτη τα οποία αρχίζουν από την 1η Ιανουαρίου 2027.






