Ο Ντέιβιντ Μόρενς, επί 38 χρόνια δεξί χέρι του κορυφαίου επιδημιολόγου, παραδέχθηκε ότι χρησιμοποιούσε προσωπικό email, έδινε οδηγίες για μαζικές διαγραφές μηνυμάτων και συνωμοτούσε για να αποτρέψει τη δημοσιοποίηση εγγράφων που συνδέονται με το εργαστήριο της Γουχάν.
Γιώργος Παπαγιάννης | 19 Αυγούστου 2026 | Διεθνή
Ο Ντέιβιντ Μόρενς, ο ανώτερος σύμβουλος που υπήρξε το στενότερο συνεργατικό πρόσωπο του Δρ. Άντονι Φάουτσι για σχεδόν τέσσερις δεκαετίες, δήλωσε ένοχος σε ομοσπονδιακό δικαστήριο του Μέριλαντ. Η υπόθεση που συγκλονίζει τον επιστημονικό και πολιτικό κόσμο των Ηνωμένων Πολιτειών αφορά ένα οργανωμένο σχέδιο παράκαμψης της νομοθεσίας περί πρόσβασης σε δημόσια έγγραφα, με στόχο να παραμείνουν κρυφές κρίσιμες πληροφορίες για την προέλευση της πανδημίας του κορονοϊού.
Η ομολογία του Μόρενς δεν είναι μια απλή δικαστική παραδοχή. Είναι η επιβεβαίωση μιας σκοτεινής μεθόδου που εφαρμόστηκε συστηματικά εντός των κόλπων του Εθνικού Ινστιτούτου Αλλεργιών και Λοιμωδών Νοσημάτων (NIAID), του φορέα που ηγήθηκε της αμερικανικής απάντησης στην πανδημία. Τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν αποκαλύπτουν ότι ο Μόρενς δεν δρούσε μόνος του, αλλά σε συντονισμό με τουλάχιστον δύο ακόμη πρόσωπα, σε μια προσπάθεια να εξαφανίσει κάθε ίχνος που θα μπορούσε να συνδέσει την αμερικανική χρηματοδότηση με το αμφιλεγόμενο εργαστήριο της Γουχάν.
«Έμαθα πώς να κάνω τα email να εξαφανίζονται»
Οι αποκαλύψεις που ήρθαν στο φως κατά τη διάρκεια της δίκης είναι αποκαλυπτικές για το μένος με το οποίο ο Μόρενς επιχείρησε να αποκρύψει τις επικοινωνίες του. Σε ένα ηλεκτρονικό μήνυμα που κατέστησε δημόσιο το δικαστήριο, ο 78χρονος επιστήμονας έγραφε με ανησυχητική άνεση: «Έμαθα από την υπεύθυνη των FOIA πώς να κάνω τα email να εξαφανίζονται αφού δεχτώ αίτημα FOIA, αλλά πριν ξεκινήσει η έρευνα, οπότε νομίζω ότι είμαστε όλοι ασφαλείς». Σε άλλο σημείο, διαβεβαίωνε τους συνεργάτες του ότι θα «διέγραφε οτιδήποτε δεν ήθελε να δει στους New York Times».
Η χρήση προσωπικού λογαριασμού Gmail αντί του επίσημου κυβερνητικού email ήταν η κεντρική τεχνική του σχεδίου. Ο Μόρενς γνώριζε ότι οι επίσημες επικοινωνίες υπόκεινται στον νόμο περί ελευθερίας της πληροφορίας (FOIA) και μπορούσαν να ζητηθούν ανά πάσα στιγμή. Το προσωπικό του email λειτουργούσε ως μια «μαύρη τρύπα» όπου χάνονταν τα ίχνη των συζητήσεων που αφορούσαν ευαίσθητα ζητήματα έρευνας και χρηματοδότησης.
Η σύνδεση με το εργαστήριο της Γουχάν
Η υπόθεση αποκτά τη βαρύτητά της από το αντικείμενο της απόκρυψης. Το επίμαχο ζήτημα αφορούσε μια ερευνητική επιχορήγηση ύψους εκατομμυρίων δολαρίων που είχε δοθεί στην οργάνωση EcoHealth Alliance, η οποία με τη σειρά της χρηματοδοτούσε έρευνα στο Ινστιτούτο Ιολογίας της Γουχάν στην Κίνα. Η επιχορήγηση ακυρώθηκε τον Απρίλιο του 2020, ακριβώς τη στιγμή που οι πρώτοι ισχυρισμοί για πιθανή διαφυγή του ιού από το εργαστήριο άρχιζαν να κερδίζουν έδαφος.
Ο Μόρενς, σύμφωνα με τη δικογραφία, δεν περιορίστηκε στο να κρύψει τις συζητήσεις του. Είχε δεσμευτεί να βοηθήσει στην αποκατάσταση της επιχορήγησης και να «καταπολεμήσει την αφήγηση ότι ο COVID-19 διέρρευσε από εργαστήριο». Αυτή η δέσμευση, σε συνδυασμό με τις οδηγίες για απόκρυψη των επικοινωνιών, δημιουργεί ένα ισχυρό τεκμήριο ότι η διαχείριση της πληροφορίας γύρω από την προέλευση της πανδημίας δεν ήταν αθώα ή τυχαία, αλλά ακολουθούσε ένα σαφές σχέδιο.
Η σκιά πάνω από τον Φάουτσι
Το ερώτημα που κυριαρχεί τώρα στη δημόσια συζήτηση είναι ποιος γνώριζε και ποιος συμμετείχε. Ο Μόρενς υπήρξε ο άνθρωπος της πλήρους εμπιστοσύνης του Φάουτσι για 38 ολόκληρα χρόνια. Η σχέση τους ήταν τόσο στενή που ο ίδιος ο Μόρενς, σε κάποια από τα emails που αποκαλύφθηκαν, ανέφερε ότι μπορούσε να στείλει πράγματα στον «Τόνι» —όπως αποκαλούσε τον Φάουτσι— στο προσωπικό του Gmail.
Ο Φάουτσι, ο οποίος υπήρξε το δημόσιο πρόσωπο της επιστημονικής απάντησης στην πανδημία, έχει επανειλημμένα προσπαθήσει να αποστασιοποιηθεί από την υπόθεση. Ωστόσο, η πρόσφατη απόφασή του να μην καταθέσει ενώπιον δεύτερης επιτροπής της Γερουσίας, επικαλούμενος το δικαίωμα κατά της αυτοενοχοποίησης, έχει εντείνει τις υποψίες. Η πολιτική πίεση γύρω από το πρόσωπό του αναμένεται να κλιμακωθεί δραματικά, με τους μακροχρόνιους επικριτές του, όπως ο γερουσιαστής Ραντ Πολ, να βλέπουν την ομολογία του Μόρενς ως την επικύρωση όσων υποστήριζαν χρόνια τώρα.
Οι πολιτικές προεκτάσεις και οι συνέπειες
Η υπόθεση Μόρενς ανοίγει ένα νέο κεφάλαιο στην πολιτική αντιπαράθεση για την πανδημία, μια διαμάχη που είχε αρχίσει να υποχωρεί. Για τους Ρεπουμπλικάνους, η ομολογία αποτελεί ένα ισχυρό επιχείρημα ότι τα επιστημονικά ινστιτούτα που έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στις αποφάσεις για την πανδημία λειτουργούσαν με αδιαφάνεια και ότι η επίσημη αφήγηση για την προέλευση του ιού χρειάζεται επανεξέταση.
Για την αξιοπιστία των θεσμών, οι συνέπειες είναι βαθιές. Η αποκάλυψη ότι ανώτερα στελέχη του NIAID είχαν αναπτύξει μεθόδους για να παρακάμπτουν τον νόμο και να κρύβουν επικοινωνίες θέτει υπό αμφισβήτηση ολόκληρο το οικοδόμημα της δημόσιας εμπιστοσύνης. Οι πολίτες που ακολούθησαν πιστά τις οδηγίες των επιστημόνων βλέπουν τώρα ότι πίσω από τις επίσημες ανακοινώσεις μπορεί να υπήρχαν σκοτεινά σημεία που επιχειρήθηκε να παραμείνουν κρυφά.
Η ανακοίνωση της ποινής του Μόρενς, που έχει προγραμματιστεί για τις 12 Νοεμβρίου, αναμένεται με ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Ωστόσο, η πραγματική πολιτική κληρονομιά αυτής της υπόθεσης θα κριθεί από το αν η δικαιοσύνη μπορέσει να φτάσει μέχρι την κορυφή της πυραμίδας και να απαντήσει στο ερώτημα που βαραίνει τη δημόσια συνείδηση: τι ακριβώς ήξερε ο Άντονι Φάουτσι και πότε το ήξερε;



