Από την Τουρκία και τη Χάγη μέχρι την Ευρώπη, τις ΗΠΑ, την Ουκρανία και τη Μέση Ανατολή, η νέα πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ επιχειρεί να δώσει περιεχόμενο στην πολιτική επανεκκίνηση του κόμματος
Δημήτρης Γιαλουράκης | 21.08.2026 Πολιτική
Η πολιτική αξία μιας ανάρτησης δεν βρίσκεται πάντα στην επικαιρότητα της ημέρας. Μερικές φορές βρίσκεται στο γεγονός ότι αποκαλύπτει τον τρόπο με τον οποίο ένας πολιτικός αντιλαμβάνεται την επόμενη ημέρα.
Η πρόσφατη παρέμβαση της Ρένας Δούρου για την εξωτερική πολιτική έχει ακριβώς αυτή τη σημασία.
Δεν είναι απλώς ακόμη μία ανακοίνωση της αντιπολίτευσης απέναντι στην κυβέρνηση. Είναι μια προσπάθεια να παρουσιαστεί ένα συνολικό πλαίσιο για τη θέση της Ελλάδας στον κόσμο, σε μια περίοδο κατά την οποία η ίδια η Δούρου έχει αναλάβει στην Κοινοβουλευτική Ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ τους τομείς Εξωτερικών και Εθνικής Άμυνας.
Και αυτή η συγκυρία έχει σημασία.
Γιατί πλέον η συζήτηση δεν αφορά μόνο το τι πιστεύει ο ΣΥΡΙΖΑ για την κυβέρνηση. Αφορά το τι προτείνει ο ίδιος για τη χώρα.
Από την κριτική στη στρατηγική
Για χρόνια η ελληνική πολιτική συζήτηση στα εθνικά θέματα εγκλωβίστηκε σε ένα γνώριμο σχήμα.
Η κυβέρνηση κατηγορείται ότι δεν κάνει αρκετά.
Η αντιπολίτευση απαντά ότι θα έκανε διαφορετικά.
Και κάπου εκεί τελειώνει η συζήτηση.
Η παρέμβαση της Δούρου επιχειρεί να μετακινήσει το σημείο ισορροπίας.
Το μήνυμα είναι ότι ο ΣΥΡΙΖΑ δεν θέλει απλώς να σχολιάζει τις κυβερνητικές επιλογές, αλλά να παρουσιάσει μια συνεκτική στρατηγική εξωτερικής πολιτικής και ασφάλειας.
Αυτό είναι σημαντικό για ένα κόμμα που βρίσκεται σε φάση ανασυγκρότησης.
Γιατί η ανασυγκρότηση ενός κόμματος δεν ολοκληρώνεται με την αλλαγή προσώπων ή την ανακατανομή αρμοδιοτήτων. Ολοκληρώνεται όταν αρχίζει να αποκτά ξανά σαφή απάντηση στο βασικό ερώτημα της πολιτικής:
Τι θέλεις να κάνεις όταν έρθει η ώρα να κυβερνήσεις;
Η Τουρκία βρίσκεται στο κέντρο
Δεν θα μπορούσε να είναι διαφορετικά.
Η Ελλάδα βρίσκεται σε μια περιοχή όπου η ασφάλεια, η ενέργεια, οι θαλάσσιες ζώνες, οι συμμαχίες και η γεωπολιτική ισχύς συνδέονται άμεσα.
Η Δούρου ασκεί κριτική στην κυβέρνηση για την αντιμετώπιση των ελληνοτουρκικών σχέσεων και υποστηρίζει την ανάγκη μιας πιο συνεκτικής εθνικής στρατηγικής.
Το ενδιαφέρον όμως δεν βρίσκεται μόνο στην κριτική.
Βρίσκεται στο ότι η ίδια συνδέει την εξωτερική πολιτική με την ευρωπαϊκή διάσταση, τις διεθνείς συμμαχίες και την ανάγκη ενεργότερου ελληνικού ρόλου.
Αυτό είναι ένα σημείο στο οποίο ο νέος ΣΥΡΙΖΑ μπορεί να επιχειρήσει να διαφοροποιηθεί ουσιαστικά.
Όχι υποσχόμενος ότι μπορεί να εξαφανίσει τις τουρκικές διεκδικήσεις.
Αυτό δεν μπορεί να το κάνει καμία ελληνική κυβέρνηση.
Αλλά προτείνοντας πώς πρέπει να οργανωθεί η ελληνική απάντηση.
Η Χάγη δεν είναι σύνθημα
Ένα από τα πιο ευαίσθητα σημεία της συζήτησης είναι η προσφυγή στη Χάγη.
Εδώ χρειάζεται πολιτική σοβαρότητα από όλες τις πλευρές.
Η Χάγη δεν είναι ένα σύνθημα που μπορεί να χρησιμοποιείται απλώς για να αποδειχθεί ότι κάποιος είναι υπέρ του διαλόγου ή υπέρ της ειρήνης.
Είναι μια συγκεκριμένη διαδικασία, με συγκεκριμένο αντικείμενο, συγκεκριμένους κανόνες και πιθανό αποτέλεσμα που δεν μπορεί να είναι προκαθορισμένο.
Η πολιτική αξία της πρότασης βρίσκεται επομένως στο αν μπορεί να ενταχθεί σε μια συνολική στρατηγική.
Ποια ζητήματα; Με ποιο πλαίσιο; Με ποιες προϋποθέσεις; Με ποια προετοιμασία; Και κυρίως, με ποια στρατηγική πριν και μετά από μια πιθανή δικαστική διαδικασία;
Αυτή είναι η πραγματική συζήτηση.
Και είναι μια συζήτηση που αξίζει να γίνει χωρίς φοβικά σύνδρομα αλλά και χωρίς εύκολες διακηρύξεις.
Ευρώπη: όχι απλώς εταίρος, αλλά στρατηγικό πεδίο
Η δεύτερη μεγάλη διάσταση της παρέμβασης αφορά την Ευρώπη.
Η Ελλάδα δεν μπορεί να αντιμετωπίζει την εξωτερική της πολιτική σαν να βρίσκεται έξω από την ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική ασφάλειας.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση βρίσκεται σε φάση αναθεώρησης των δυνατοτήτων της στον τομέα της άμυνας και της στρατηγικής αυτονομίας.
Για μια χώρα όπως η Ελλάδα, αυτό δημιουργεί ευκαιρίες αλλά και κινδύνους.
Η ευρωπαϊκή άμυνα μπορεί να ενισχύσει την ελληνική ασφάλεια.
Μπορεί όμως να γίνει και μια διαδικασία όπου οι μεγάλες ευρωπαϊκές χώρες θα καθορίζουν τις προτεραιότητες και οι μικρότερες θα ακολουθούν.
Άρα η ελληνική θέση δεν μπορεί να είναι απλώς «περισσότερη Ευρώπη».
Πρέπει να είναι:
ποια Ευρώπη θέλουμε και ποια θέση διεκδικούμε μέσα σε αυτήν;
Αυτό είναι ερώτημα εξωτερικής πολιτικής αλλά ταυτόχρονα και εθνικής στρατηγικής.
Οι ΗΠΑ και η ανάγκη ισορροπίας
Το ίδιο ισχύει και για τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Η Ελλάδα είναι μέλος του ΝΑΤΟ και οι ΗΠΑ παραμένουν κομβικός παράγοντας της ευρωπαϊκής και ευρωατλαντικής ασφάλειας.
Ταυτόχρονα, μια ελληνική εξωτερική πολιτική δεν μπορεί να περιορίζεται σε μία μόνο σχέση.
Η πολυδιάστατη εξωτερική πολιτική δεν σημαίνει απομάκρυνση από τους συμμάχους.
Σημαίνει ότι μια χώρα προσπαθεί να αυξήσει τα περιθώρια επιλογών της, αξιοποιώντας το σύνολο των διεθνών και περιφερειακών σχέσεών της.
Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό για την Ελλάδα, η οποία βρίσκεται ταυτόχρονα στον πυρήνα της ΕΕ, του ΝΑΤΟ και της Ανατολικής Μεσογείου.
Από την Ουκρανία έως τη Μέση Ανατολή
Η ίδια λογική επεκτείνεται και πέρα από τα ελληνοτουρκικά.
Η Ουκρανία, η Μέση Ανατολή, η Ανατολική Μεσόγειος και η ευρωπαϊκή ασφάλεια δεν είναι πλέον απομονωμένα κεφάλαια.
Οι κρίσεις συνδέονται.
Η ενεργειακή ασφάλεια συνδέεται με τη γεωπολιτική.
Η άμυνα συνδέεται με την εξωτερική πολιτική.
Οι συμμαχίες συνδέονται με την οικονομία.
Και οι εξελίξεις στη Μέση Ανατολή επηρεάζουν άμεσα την ευρωπαϊκή ασφάλεια και την Ανατολική Μεσόγειο.
Γι’ αυτό έχει σημασία ότι η Δούρου δεν περιορίζει την παρέμβασή της στα ελληνοτουρκικά.
Επιχειρεί να παρουσιάσει ένα ευρύτερο πλαίσιο.
Το ενδιαφέρον βρίσκεται στο «σχέδιο»
Το πιο ενδιαφέρον κομμάτι της παρέμβασης είναι η προσπάθεια να περάσει από τις γενικές αρχές σε συγκεκριμένες προτάσεις.
Η Δούρου παρουσιάζει ένα επτά σημείων Σχέδιο Ειρήνης και Ασφάλειας, το οποίο συνδέει την ελληνική εξωτερική πολιτική με τη Μεσόγειο, τη Μέση Ανατολή και την ευρωπαϊκή διάσταση.
Εδώ βρίσκεται ίσως και η ουσία της νέας φάσης.
Ένα κόμμα που θέλει να ανασυγκροτηθεί δεν μπορεί να μείνει στην πολιτική καταγγελία.
Χρειάζεται πολιτικό σχέδιο.
Και ένα πολιτικό σχέδιο πρέπει να μπορεί να μεταφραστεί σε αποφάσεις.
Αυτό είναι το επόμενο βήμα για τον ΣΥΡΙΖΑ.
Η Δούρου έχει πλέον και την ευθύνη να το αποδείξει
Η συγκυρία είναι χαρακτηριστική.
Η Ρένα Δούρου εξελέγη πρόσφατα πρόεδρος της Κοινοβουλευτικής Ομάδας του ΣΥΡΙΖΑ και τώρα αναλαμβάνει, εκτός από την προεδρία της ΚΟ, και τους τομείς Εξωτερικών και Εθνικής Άμυνας.
Άρα η πολιτική της παρέμβαση αποκτά πλέον διαφορετικό βάρος.
Δεν μιλά μόνο ως βουλευτής.
Μιλά ως ένα από τα κεντρικά πρόσωπα της νέας προσπάθειας του κόμματος.
Και αυτό δημιουργεί μια ενδιαφέρουσα ευκαιρία.
Να μετατραπεί η σημερινή πολιτική συζήτηση από ανταλλαγή κατηγοριών σε ανταγωνισμό προτάσεων.
Να μην είναι το ερώτημα μόνο:
«Τι έκανε λάθος η κυβέρνηση;»
Αλλά και:
«Ποια είναι η δική μας πρόταση για την Ελλάδα;»
Αυτό είναι το σημείο όπου μια αντιπολίτευση αρχίζει να συμπεριφέρεται ως εν δυνάμει κυβέρνηση.
Η επανεκκίνηση θα κριθεί εδώ
Ο νέος ΣΥΡΙΖΑ έχει μπροστά του ένα δύσκολο εγχείρημα.
Πρέπει να αποδείξει ότι μπορεί να ξαναχτίσει πολιτική ταυτότητα χωρίς να εγκλωβιστεί στις εσωτερικές συγκρούσεις που τον ταλαιπώρησαν.
Πρέπει να ξαναμιλήσει σε κοινωνικές ομάδες που απομακρύνθηκαν.
Και πρέπει να πείσει ότι διαθέτει πρόταση διακυβέρνησης.
Η εξωτερική πολιτική και η εθνική άμυνα είναι ίσως ένα από τα δυσκολότερα πεδία για να το αποδείξει.
Ακριβώς γι’ αυτό όμως είναι και ένα από τα σημαντικότερα.
Η παρέμβαση της Ρένας Δούρου έχει ενδιαφέρον όχι επειδή πρέπει κάποιος να συμφωνήσει αυτομάτως με κάθε σημείο της.
Έχει ενδιαφέρον επειδή βάζει στο τραπέζι την ανάγκη ο ΣΥΡΙΖΑ να μιλήσει με όρους στρατηγικής.
Και αυτό είναι μια καλή εξέλιξη για την πολιτική συζήτηση.
Γιατί η Ελλάδα δεν χρειάζεται μόνο κυβερνήσεις που αποφασίζουν.
Χρειάζεται και αντιπολιτεύσεις που μπορούν να εξηγήσουν τι διαφορετικό θα έκαναν οι ίδιες.
Από εκεί ξεκινά η πραγματική πολιτική αντιπαράθεση.
Και ίσως αυτή να είναι η ουσιαστικότερη πλευρά της νέας περιόδου που ανοίγει για τον ΣΥΡΙΖΑ.






