Έπειτα από 12 χρόνια, ανοίγει ο δρόμος για χρηματοδότηση νέων σκαφών και εκσυγχρονισμό του γηρασμένου ελληνικού στόλου. Η κατ’ αρχήν συμφωνία στο Συμβούλιο Υπουργών Αλιείας για την περίοδο 2028-2034 και οι επόμενες κρίσιμες διαπραγματεύσεις με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.
Γιώργος Πετρίδης | 29.09.2026 Οικονομία
Μια από τις πιο σημαντικές εξελίξεις για την ελληνική αλιεία των τελευταίων δεκαετιών επιτεύχθηκε στις Βρυξέλλες, όπου το Συμβούλιο Υπουργών Γεωργίας και Αλιείας της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατέληξε σε κατ’ αρχήν συμφωνία για το νέο ευρωπαϊκό πλαίσιο στήριξης της Κοινής Αλιευτικής Πολιτικής την περίοδο 2028-2034. Για πρώτη φορά έπειτα από 12 χρόνια, ανοίγει ο δρόμος για τη χρηματοδότηση της ανανέωσης και του εκσυγχρονισμού του ελληνικού αλιευτικού στόλου, ο οποίος είναι από τους γηραιότερους στην Ευρώπη.
Ο υπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, Μαργαρίτης Σχοινάς, ο οποίος εκπροσώπησε την Ελλάδα στο Συμβούλιο, χαρακτήρισε την εξέλιξη «πολύ σημαντική επιτυχία για τα ελληνικά εθνικά συμφέροντα». Η συμφωνία, όπως τόνισε, ανοίγει «για πρώτη φορά» την πόρτα για τον εκσυγχρονισμό και την ανανέωση του αλιευτικού στόλου, αλλά και για την ενίσχυση της μικρής παράκτιας αλιείας.
Η κατ’ αρχήν συμφωνία στο Συμβούλιο Υπουργών Αλιείας της ΕΕ για την περίοδο 2028-2034 επιτρέπει, για πρώτη φορά μετά από 12 χρόνια, τη χρηματοδότηση για την αγορά ή κατασκευή νέων αλιευτικών σκαφών. Η ελληνική πλευρά διασφαλίζει ειδική μέριμνα για τη μικρή παράκτια αλιεία και τη στήριξη νέων αλιέων. Ακολουθούν διαπραγματεύσεις με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο πριν την τελική έγκριση.
Τι αλλάζει για τον ελληνικό αλιευτικό στόλο
Το κομβικό στοιχείο της συμφωνίας είναι ότι η ευρωπαϊκή στήριξη δεν θα περιορίζεται πλέον στον εκσυγχρονισμό των υφιστάμενων σκαφών. Το νέο πλαίσιο ανοίγει δυνατότητες χρηματοδότησης και για την απόκτηση νέων σκαφών, είτε μέσω αγοράς είτε μέσω κατασκευής, δημιουργώντας προϋποθέσεις για τη σταδιακή ανανέωση του ελληνικού στόλου.
Ιδιαίτερη σημασία για την Ελλάδα έχει η πρόβλεψη ότι η χρηματοδότηση θα μπορεί, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, να αξιοποιείται ακόμη και σε τμήματα του στόλου όπου καταγράφονται ζητήματα ισορροπίας. Στις περιπτώσεις υπεραλιευμένων αποθεμάτων, η στήριξη θα μπορεί να συνεχίζεται εφόσον εφαρμόζονται τα απαραίτητα μέτρα για την αποκατάστασή τους, χωρίς να απαιτείται να έχει προηγηθεί η πλήρης αποκατάσταση των αποθεμάτων. Πρόκειται για μια σημαντική ευελιξία που επιτρέπει στην Ελλάδα να προχωρήσει σε επενδύσεις ακόμη και σε περιοχές όπου η αλιευτική πίεση είναι αυξημένη, με την προϋπόθεση της τήρησης περιβαλλοντικών δεσμεύσεων.
Η σημασία της συμφωνίας γίνεται ακόμη μεγαλύτερη αν αναλογιστεί κανείς το μέγεθος του ελληνικού στόλου. Η χώρα διαθέτει τον μεγαλύτερο αλιευτικό στόλο σε αριθμό σκαφών στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ο οποίος αποτελείται κυρίως από σκάφη παράκτιας αλιείας μικρής κλίμακας. Ωστόσο, η γήρανση του στόλου και του ανθρώπινου δυναμικού αποτελούν χρόνιες προκλήσεις που η νέα συμφωνία φιλοδοξεί να αντιμετωπίσει.
Η μικρή παράκτια αλιεία στο επίκεντρο
Ξεχωριστή αναφορά στη συμφωνία γίνεται για τη μικρή παράκτια αλιεία, την οποία ο υπουργός χαρακτήρισε «ραχοκοκαλιά του αλιευτικού τομέα της χώρας μας». Το νέο πλαίσιο προβλέπει ειδική μέριμνα για τον κλάδο, ο οποίος είναι κρίσιμος για τις νησιωτικές και παράκτιες κοινότητες. Η στήριξη των νέων ανθρώπων που θέλουν να ασχοληθούν με το επάγγελμα του αλιέα αποτελεί βασικό άξονα της συμφωνίας, με στόχο την ανανέωση του ανθρώπινου δυναμικού και τη διατήρηση της ζωτικότητας των παράκτιων περιοχών.
Σύμφωνα με στοιχεία που έχουν έρθει στο φως κατά τη διάρκεια της διαπραγμάτευσης, η μέση ηλικία του αλιευτικού στόλου της Ένωσης είναι τα 31,5 έτη, ενώ το εργατικό δυναμικό φθίνει και γερνά. Στην Ελλάδα, το πρόβλημα είναι ακόμη πιο οξύ: ο ελληνικός στόλος είναι από τους πιο γερασμένους στην Ευρώπη, ενώ οι νέοι αλιείς δυσκολεύονται να εισέλθουν στο επάγγελμα λόγω του υψηλού κόστους εξοπλισμού και της ασφυκτικής γραφειοκρατίας. Η νέα συμφωνία επιχειρεί να αντιμετωπίσει ακριβώς αυτές τις δομικές προκλήσεις.
Οι επόμενες κρίσιμες διαπραγματεύσεις
Η συμφωνία που επιτεύχθηκε στο Συμβούλιο Υπουργών είναι κατ’ αρχήν και δεν συνιστά ακόμη τελική απόφαση. Ακολουθούν διαπραγματεύσεις με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το οποίο έχει συνυπευθυνότητα στη νομοθετική διαδικασία. Ο υπουργός Σχοινάς αναγνώρισε ότι «έχουμε δρόμο ακόμα μπροστά μας», αλλά τόνισε ότι «σήμερα έγινε η μεγάλη αρχή».
Το νέο πλαίσιο εντάσσεται στον Κανονισμό για το Ταμείο Εθνικών και Περιφερειακών Εταιρικών Σχέσεων (Ταμείο ΕΠΕΣ), ο οποίος θα αντικαταστήσει το σημερινό μοντέλο χρηματοδότησης από το 2028. Η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή έχει ζητήσει τη διάθεση 6,1 δισεκατομμυρίων ευρώ για την εφαρμογή της Κοινής Αλιευτικής Πολιτικής, ποσό που αποτελεί τη βάση της διαπραγμάτευσης. Το τελικό ύψος της χρηματοδότησης και οι ακριβείς προϋποθέσεις επιλεξιμότητας θα κριθούν στις επερχόμενες διαβουλεύσεις μεταξύ Συμβουλίου, Κοινοβουλίου και Επιτροπής.
Για την Ελλάδα, το διακύβευμα είναι διπλό: αφενός η εξασφάλιση επαρκών πόρων για την ανανέωση ενός στόλου που αποτελεί σημαντικό πυλώνα της παράκτιας οικονομίας, αφετέρου η διατήρηση της βιωσιμότητας των αλιευτικών αποθεμάτων. Η ισορροπία μεταξύ ανάπτυξης και περιβαλλοντικής προστασίας θα κριθεί στην εφαρμογή του νέου κανονισμού. Το επόμενο διάστημα θα δείξει αν η κατ’ αρχήν συμφωνία θα μετατραπεί σε οριστική, και αν οι δεσμεύσεις για τη μικρή παράκτια αλιεία θα αποτυπωθούν με σαφήνεια στο τελικό κείμενο του κανονισμού.






