ΑρχικήΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑΠΟΛΙΤΙΚΗΡένα Δούρου: Η δύσκολη αρχή ενός νέου ΣΥΡΙΖΑ

Ρένα Δούρου: Η δύσκολη αρχή ενός νέου ΣΥΡΙΖΑ

Από το 2019 μέχρι σήμερα ο ΣΥΡΙΖΑ έχασε εκλογική δύναμη, ηγεσίες, στελέχη και πολιτικό προσανατολισμό. Η νέα προσπάθεια δεν έχει το δικαίωμα να επαναλάβει τα ίδια λάθη. Πρέπει να αποφασίσει τι θέλει να είναι και, κυρίως, για ποιον θέλει να υπάρχει.

Γράφει ο Δημήτρης Γιαλουράκης | 18.08.2026 Πολιτική

Υπάρχουν στιγμές στην πολιτική όπου μια επιστολή δεν είναι απλώς μια επιστολή.

Είναι δήλωση κατεύθυνσης.

Η παρέμβαση της Ρένας Δούρου αυτές τις ημέρες πρέπει να διαβαστεί ακριβώς έτσι. Όχι ως μία ακόμη εσωκομματική ανακοίνωση στον ατελείωτο κύκλο των συγκρούσεων που ταλάνισαν τον ΣΥΡΙΖΑ τα τελευταία χρόνια, αλλά ως προσπάθεια να μπει ένα τέλος στην πολιτική αδράνεια και να αρχίσει κάτι που το κόμμα έχει πραγματικά ανάγκη: η ανασυγκρότησή του ως αυτόνομη πολιτική δύναμη.

Δεν είναι εύκολο εγχείρημα. Και δεν υπάρχει καμία εγγύηση ότι θα πετύχει.

Υπάρχει όμως μία ουσιώδης διαφορά σε σχέση με το παρελθόν: αυτή τη φορά το ζητούμενο δεν είναι να βρεθεί ένας ακόμη αρχηγός που θα λύσει όλα τα προβλήματα.

Το ζητούμενο είναι να δημιουργηθεί ξανά ένα κόμμα που να μπορεί να σταθεί πολιτικά, οργανωτικά και κοινωνικά στα πόδια του.

Ένας κύκλος που άνοιξε το 2019

Για να καταλάβουμε τι επιχειρεί σήμερα η Ρένα Δούρου, πρέπει να γυρίσουμε πίσω.

Ο ΣΥΡΙΖΑ του 2019 ήταν ένα κόμμα που είχε μόλις χάσει την κυβέρνηση, αλλά παρέμενε μία εξαιρετικά ισχυρή πολιτική δύναμη. Το 31,5% των εθνικών εκλογών έδειχνε ότι η κοινωνική βάση που είχε δημιουργηθεί την προηγούμενη περίοδο δεν είχε εξαφανιστεί.

Το πρόβλημα ήταν ότι το κόμμα δεν κατάφερε να μετατρέψει αυτή τη βάση σε ένα νέο, καθαρό και πειστικό πολιτικό σχέδιο.

Ακολούθησε μία μακρά περίοδος εσωτερικών αναζητήσεων, οργανωτικών αλλαγών και πολιτικών αντιφάσεων. Ο ΣΥΡΙΖΑ βρέθηκε αντιμέτωπος με ένα θεμελιώδες ερώτημα:

Τι ακριβώς θέλει να είναι μετά την κυβερνητική του εμπειρία;

Η απάντηση δεν δόθηκε ποτέ με τρόπο που να πείσει την κοινωνία.

Και όταν ένα κόμμα αδυνατεί να απαντήσει στο ερώτημα της ταυτότητάς του, αργά ή γρήγορα η πολιτική συζήτηση μετατρέπεται σε μάχη προσώπων.

Αυτό ακριβώς συνέβη.

Από την αποχώρηση Τσίπρα στην κρίση ηγεσίας

Η παραίτηση του Αλέξη Τσίπρα από την ηγεσία το 2023 αποτέλεσε σημείο καμπής.

Ακολούθησε η εκλογή του Στέφανου Κασσελάκη και μία περίοδος κατά την οποία η σύγκρουση ανάμεσα στη νέα ηγεσία και σημαντικό τμήμα του παλιού κομματικού μηχανισμού έγινε γρήγορα κυρίαρχο θέμα.

Από εκεί και μετά, ο ΣΥΡΙΖΑ δεν συζητούσε πλέον μόνο για την κοινωνία, την οικονομία ή την πολιτική του πρόταση.

Συζητούσε για τον ίδιο του τον εαυτό.

Ποιος ελέγχει το κόμμα; Ποιος εκπροσωπεί την παράδοση του ΣΥΡΙΖΑ; Ποιος έχει δικαίωμα να αποφασίζει; Ποιος πρέπει να φύγει και ποιος πρέπει να μείνει;

Όταν ένα κόμμα φτάνει να καταναλώνει το μεγαλύτερο μέρος της πολιτικής του ενέργειας σε τέτοιου είδους ερωτήματα, η κοινωνία παύει να το βλέπει ως λύση και αρχίζει να το βλέπει ως πρόβλημα.

Η κρίση δεν ήταν μόνο εκλογική.

Ήταν κρίση πολιτικής αξιοπιστίας.

Η νέα πραγματικότητα που δημιούργησε ο Τσίπρας

Και τότε ήρθε η κίνηση που άλλαξε ξανά ολόκληρο το πολιτικό σκηνικό.

Στις 26 Μαΐου 2026, ο Αλέξης Τσίπρας παρουσίασε την ιδρυτική διακήρυξη του νέου πολιτικού φορέα του, της Ελληνικής Αριστερής Συμπαράταξης – ΕΛ.Α.Σ. Η κίνηση σηματοδότησε την επιστροφή του πρώην πρωθυπουργού στην ενεργό πολιτική με έναν νέο φορέα, έξω από τον ΣΥΡΙΖΑ.

Αυτό ήταν το σημείο στο οποίο η κρίση του ΣΥΡΙΖΑ απέκτησε μία εντελώς διαφορετική διάσταση.

Ο άνθρωπος που είχε ταυτίσει το όνομά του με την εκλογική εκτόξευση και την κυβερνητική πορεία του κόμματος δεν επέστρεφε για να αναλάβει ξανά τον ΣΥΡΙΖΑ.

Δημιουργούσε έναν νέο πολιτικό χώρο.

Η εξέλιξη αυτή δημιούργησε μία νέα πραγματικότητα για όλους τους υπόλοιπους.

Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν μπορούσε πλέον να περιμένει μία επιστροφή του παρελθόντος.

Έπρεπε να αποφασίσει αν θα συνεχίσει να υπάρχει ως αυτόνομη πολιτική δύναμη.

Ο Φάμελλος απέναντι στη νέα πραγματικότητα

Η προεδρία του Σωκράτη Φάμελλου είχε ήδη ξεκινήσει μέσα σε ένα κόμμα βαθιά τραυματισμένο από τις προηγούμενες συγκρούσεις.

Ο ίδιος επιχείρησε να αποκαταστήσει τη σοβαρότητα, τη συλλογικότητα και την πολιτική λειτουργία του ΣΥΡΙΖΑ.

Όμως μετά την ίδρυση της ΕΛ.Α.Σ. το πολιτικό περιβάλλον άλλαξε δραματικά.

Ο ΣΥΡΙΖΑ έπρεπε πλέον να αντιμετωπίσει όχι μόνο τα δικά του εσωτερικά προβλήματα αλλά και έναν νέο πολιτικό φορέα, επικεφαλής του οποίου ήταν ο ίδιος ο πρώην αρχηγός του.

Στις 9 Ιουλίου 2026, ο Σωκράτης Φάμελλος ανακοίνωσε την παραίτησή του από την προεδρία του ΣΥΡΙΖΑ. Η παραίτηση ήρθε σε ένα περιβάλλον έντονης εσωκομματικής αμφισβήτησης και νέων συσχετισμών, μετά και την εμφάνιση του πολιτικού φορέα του Αλέξη Τσίπρα.

Η χρονική ακολουθία έχει σημασία.

Πρώτα δημιουργήθηκε η ΕΛ.Α.Σ. του Τσίπρα. Μετά παραιτήθηκε ο Φάμελλος. Και στη συνέχεια ξεκίνησε η νέα προσπάθεια ανασύνταξης του ΣΥΡΙΖΑ.

Δεν πρόκειται απλώς για μία σειρά αλλαγών προσώπων.

Είναι η μετάβαση από έναν ΣΥΡΙΖΑ που προσπαθούσε να διαχειριστεί την εσωτερική του κρίση σε έναν ΣΥΡΙΖΑ που πρέπει πλέον να αποδείξει ότι μπορεί να υπάρξει χωρίς τον πολιτικό του ιδρυτή της κυβερνητικής του περιόδου.

Εδώ αρχίζει η πραγματική δοκιμασία της Δούρου

Στις 18 Ιουλίου 2026, η Ρένα Δούρου εξελέγη πρόεδρος της Κοινοβουλευτικής Ομάδας του ΣΥΡΙΖΑ, σε μία από τις δυσκολότερες στιγμές της πολιτικής του πορείας. Ήταν η μοναδική υποψήφια μετά την απόσυρση της υποψηφιότητας του Παύλου Πολάκη.

Η εκλογή της δεν πρέπει να αντιμετωπιστεί ως μία απλή αλλαγή προσώπου.

Η Δούρου αναλαμβάνει την πολιτική εκπροσώπηση ενός κόμματος που βρίσκεται μπροστά σε ένα υπαρξιακό ερώτημα:

Μπορεί ο ΣΥΡΙΖΑ να υπάρξει ως ΣΥΡΙΖΑ μετά τον Τσίπρα;

Αυτό είναι το πραγματικό στοίχημα.

Όχι να αναστηθεί ο ΣΥΡΙΖΑ του 2015.

Όχι να αντιγραφεί ο ΣΥΡΙΖΑ του 2019.

Και ασφαλώς όχι να δημιουργηθεί ένας μηχανισμός που θα περιμένει την επιστροφή ενός πρώην αρχηγού.

Το στοίχημα είναι να δημιουργηθεί ένας νέος ΣΥΡΙΖΑ.

Η επιστολή της Δούρου δεν είναι απλώς μία επιστολή

Ακριβώς γι’ αυτό έχει σημασία η σημερινή παρέμβαση της Ρένας Δούρου.

Η επιστολή της προς τα μέλη της Κοινοβουλευτικής Ομάδας δεν περιορίζεται σε μία γενικόλογη έκκληση για ενότητα.

Συνδέει συγκεκριμένες οργανωτικές αποφάσεις με έναν ευρύτερο στόχο: την επανεκκίνηση και την ανασυγκρότηση του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ.

Η Νίνα Κασιμάτη τέθηκε εκτός Κοινοβουλευτικής Ομάδας, καθώς σύμφωνα με την επιστολή της Δούρου είχε απομακρυνθεί επί μακρόν από την κομματική και κοινοβουλευτική δραστηριότητα.

Παράλληλα, η Δούρου αναφέρθηκε στην Όλγα Γεροβασίλη, η οποία είχε γνωστοποιήσει την αποχώρησή της από τον ΣΥΡΙΖΑ, και ζήτησε να ολοκληρωθεί η θεσμική διαδικασία με την παράδοση της έδρας της.

Και υπάρχει ακόμη ένα στοιχείο με ιδιαίτερη πολιτική σημασία.

Η Δούρου απευθύνει κάλεσμα στους ανεξάρτητους βουλευτές και στις ανεξάρτητες βουλεύτριες που εξελέγησαν με τον ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ και εξακολουθούν να βρίσκονται κοντά στις αρχές και στις πολιτικές του κόμματος να επιστρέψουν στην Κοινοβουλευτική Ομάδα.

Με άλλα λόγια, η νέα ηγεσία επιχειρεί ταυτόχρονα δύο πράγματα:

να κλείσει εκκρεμότητες του παρελθόντος και να ανοίξει χώρο για την επόμενη ημέρα.

Δεν είναι «καθάρισμα». Είναι το πρώτο τεστ πολιτικής αυτονομίας

Κάποιος μπορεί να συμφωνεί ή να διαφωνεί με τις συγκεκριμένες αποφάσεις.

Αυτό είναι θεμιτό.

Αλλά υπάρχει κάτι που δεν μπορεί να αγνοηθεί: η νέα ηγετική προσπάθεια επιχειρεί να πάρει αποφάσεις.

Και αυτό είναι σημαντικό για έναν οργανισμό που επί χρόνια έδινε την εικόνα ότι καταναλώνεται στις εσωτερικές του ισορροπίες.

Η πολιτική αυτονομία δεν αποδεικνύεται με δηλώσεις.

Αποδεικνύεται όταν ένα κόμμα είναι σε θέση να αποφασίζει για τον εαυτό του.

Η Δούρου τώρα δοκιμάζεται ακριβώς σε αυτό.

Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν πρέπει να γίνει «αντι-Τσίπρας»

Υπάρχει όμως μία μεγάλη παγίδα.

Η νέα ηγεσία δεν πρέπει να μετατρέψει τον ΣΥΡΙΖΑ σε ένα κόμμα που υπάρχει μόνο για να αντιπαρατίθεται στον Αλέξη Τσίπρα.

Αυτό θα ήταν το ίδιο λάθος από την ανάποδη.

Ο Τσίπρας έχει επιλέξει τον δικό του δρόμο και η ΕΛ.Α.Σ. αποτελεί πλέον ξεχωριστό πολιτικό εγχείρημα.

Ο ΣΥΡΙΖΑ πρέπει να κάνει το δικό του.

Δεν χρειάζεται να γίνει ούτε «αντι-Τσίπρας» ούτε «παλιός Τσίπρας».

Πρέπει να γίνει ΣΥΡΙΖΑ μετά τον Τσίπρα.

Αυτό είναι πολύ δυσκολότερο.

Αλλά είναι και πολύ πιο ουσιαστικό.

Η κοινωνία δεν περιμένει άλλη μία εσωκομματική μάχη

Εδώ βρίσκεται ίσως το μεγαλύτερο πρόβλημα αλλά και η μεγαλύτερη ευκαιρία.

Η κοινωνία δεν ενδιαφέρεται για τους εσωτερικούς συσχετισμούς της Κουμουνδούρου.

Δεν ενδιαφέρεται για το ποιος κέρδισε μία εσωκομματική ψηφοφορία.

Δεν ενδιαφέρεται για το ποιος βρίσκεται πιο κοντά ή πιο μακριά από τον Τσίπρα.

Ενδιαφέρεται για το εισόδημά της.

Για την ακρίβεια.

Για τη στέγη.

Για την υγεία.

Για την παιδεία.

Για την εργασία.

Για το μέλλον των παιδιών της.

Για την ασφάλεια και τη θέση της Ελλάδας σε ένα δύσκολο γεωπολιτικό περιβάλλον.

Εκεί θα κριθεί ο νέος ΣΥΡΙΖΑ.

Όχι στα κομματικά γραφεία.

Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν χρειάζεται να εφεύρει τα προβλήματα της κοινωνίας

Και εδώ βρίσκεται μία από τις μεγαλύτερες δυνατότητες της νέας προσπάθειας.

Τα κοινωνικά προβλήματα που ανέδειξαν τον ΣΥΡΙΖΑ σε μεγάλη πολιτική δύναμη δεν εξαφανίστηκαν.

Η κοινωνική ανισότητα παραμένει.

Η στεγαστική κρίση παραμένει.

Η πίεση στο διαθέσιμο εισόδημα παραμένει.

Η εργασιακή ανασφάλεια παραμένει.

Η δυσκολία των νέων ανθρώπων να δημιουργήσουν τη δική τους ζωή παραμένει.

Η ανάγκη για καλύτερο κράτος, ισχυρότερη κοινωνική προστασία και περισσότερη δημοκρατική λογοδοσία παραμένει.

Αυτό που άλλαξε είναι ότι ο ΣΥΡΙΖΑ δεν θεωρείται πλέον αυτονόητος εκφραστής αυτών των αναγκών.

Αυτό ακριβώς πρέπει να αλλάξει.

Όχι με νοσταλγία.

Με πολιτική δουλειά.

Η μεγάλη πρόκληση: από την κληρονομιά στην πολιτική πρόταση

Ο ΣΥΡΙΖΑ έχει ένα σημαντικό πολιτικό κεφάλαιο.

Έχει κυβερνητική εμπειρία.

Έχει στελέχη με κοινοβουλευτική και διοικητική εμπειρία.

Έχει μία ιστορική διαδρομή που δεν μπορεί και δεν πρέπει να διαγραφεί.

Αλλά η πολιτική κληρονομιά δεν αρκεί.

Κανένα κόμμα δεν μπορεί να ζήσει για πάντα από τις προηγούμενες εκλογικές του επιτυχίες.

Χρειάζεται νέο πρόγραμμα.

Νέα πρόσωπα.

Νέα κοινωνική σύνδεση.

Νέο πολιτικό αφήγημα.

Και πάνω απ’ όλα, μία πειστική απάντηση στο ερώτημα γιατί ένας πολίτης του 2026 πρέπει να ψηφίσει ΣΥΡΙΖΑ.

Αυτό είναι το ερώτημα που πρέπει να απαντήσει η Ρένα Δούρου και ολόκληρη η νέα ηγετική ομάδα.

Η Δούρου έχει μία ευκαιρία που κανένας προηγούμενος αρχηγός δεν είχε

Η Ρένα Δούρου δεν αναλαμβάνει έναν ισχυρό ΣΥΡΙΖΑ.

Αναλαμβάνει έναν τραυματισμένο πολιτικό οργανισμό.

Και ακριβώς γι’ αυτό έχει μία παράδοξη πολιτική ευκαιρία.

Δεν χρειάζεται να διαχειριστεί ένα έτοιμο μοντέλο.

Μπορεί να συμβάλει στη δημιουργία ενός νέου.

Η επιτυχία της δεν θα κριθεί από το αν θα κερδίσει μία εσωκομματική μάχη.

Θα κριθεί από το αν ο ΣΥΡΙΖΑ θα καταφέρει να ξαναβγεί από τα γραφεία του και να επιστρέψει στην κοινωνία.

Αν θα ξαναβρεί ανθρώπους που τον ψήφισαν αλλά απομακρύνθηκαν.

Αν θα προσεγγίσει ανθρώπους που σήμερα δεν τον ψηφίζουν.

Αν θα δημιουργήσει μία νέα γενιά στελεχών.

Αν θα μπορέσει να μιλήσει σε ανθρώπους που δεν αυτοπροσδιορίζονται πλέον ως αριστεροί αλλά εξακολουθούν να αναζητούν μία προοδευτική πολιτική πρόταση.

Και αν θα μπορέσει να αποδείξει ότι η Αριστερά μπορεί να είναι ταυτόχρονα κοινωνικά ευαίσθητη, πολιτικά σοβαρή και κυβερνητικά αξιόπιστη.

Το νέο ξεκίνημα δεν θα κριθεί στην Κουμουνδούρου

Αυτό ίσως είναι το σημαντικότερο από όλα.

Η νέα προσπάθεια δεν θα κριθεί στις εσωκομματικές συνεδριάσεις.

Θα κριθεί έξω από αυτές.

Στους χώρους εργασίας.

Στις γειτονιές.

Στα πανεπιστήμια.

Στις μικρές επιχειρήσεις.

Στην περιφέρεια.

Στους ανθρώπους που αισθάνονται ότι κανείς δεν τους ακούει.

Εκεί βρίσκεται η πραγματική πολιτική μάχη.

Και εκεί θα φανεί αν η προσπάθεια της Ρένας Δούρου ήταν απλώς μία ακόμη εσωκομματική παρένθεση ή η αρχή μιας πραγματικής αλλαγής.

Ο ΣΥΡΙΖΑ έχει ακόμη λόγο να υπάρχει

Η εύκολη δημοσιογραφική ανάγνωση είναι να γράψουμε ότι ο ΣΥΡΙΖΑ τελείωσε.

Η πιο σοβαρή πολιτική ανάγνωση είναι διαφορετική.

Ο ΣΥΡΙΖΑ έχει χάσει μεγάλο μέρος της δύναμής του. Έχει πληρώσει ακριβά τα εσωτερικά του λάθη. Έχει περάσει από διαδοχικές κρίσεις ηγεσίας και έχει δει την πολιτική του βάση να διασπάται.

Όμως τα κοινωνικά αιτήματα που τον ανέδειξαν δεν τελείωσαν.

Και όσο αυτά τα αιτήματα παραμένουν ζωντανά, υπάρχει χώρος για μία σύγχρονη, δημοκρατική και κοινωνικά προσανατολισμένη Αριστερά.

Το ερώτημα είναι αν ο ΣΥΡΙΖΑ μπορεί να ξαναγίνει αυτή η δύναμη.

Η Ρένα Δούρου δεν έχει την απάντηση.

Έχει όμως την ευκαιρία να θέσει σωστά το ερώτημα.

Και ίσως, μετά από επτά χρόνια πολιτικής φθοράς, αυτό να είναι το πραγματικό πρώτο βήμα.

Όχι η επιστροφή του παλιού ΣΥΡΙΖΑ.

Αλλά η δημιουργία ενός νέου.