Η προσωρινή παύση των αμερικανικών βομβαρδισμών δεν σηματοδοτεί αποκλιμάκωση, αλλά την αδυναμία της Ουάσιγκτον να βρει μια στρατηγική που να λειτουργεί χωρίς υπέρογκο κόστος
Γιώργος Παπαγιάννης | 27 Ιουλίου 2026 ΔΙΕΘΝΗ
Η προσωρινή αναστολή των αμερικανικών αεροπορικών επιδρομών κατά του Ιράν, έπειτα από δεκατρείς συνεχόμενες νύχτες βομβαρδισμών, φαίνεται να επιβεβαιώνει αυτό που πολλοί στρατιωτικοί αναλυτές υποστήριζαν εξαρχής: η στρατιωτική πίεση από μόνη της δεν αρκεί για να κάμψει τη βούληση της Τεχεράνης. Σύμφωνα με ανάλυση του CNN, η παύση δεν σηματοδοτεί αποκλιμάκωση, αλλά το στρατηγικό αδιέξοδο της κυβέρνησης Τραμπ.
Η Ουάσιγκτον υποστηρίζει ότι η παύση των επιχειρήσεων αποσκοπεί στη δημιουργία χώρου για διπλωματικές πρωτοβουλίες, διαμηνύοντας ταυτόχρονα ότι οι αμερικανικές δυνάμεις παραμένουν έτοιμες για νέα κλιμάκωση. Ωστόσο, οι περιορισμένες επαφές μεταξύ Ιράν και Ομάν δεν έχουν μέχρι στιγμής οδηγήσει σε ουσιαστική πρόοδο.
Η στρατιωτική πίεση δεν αλλάζει τη στάση της Τεχεράνης
Βασικός στόχος της αμερικανικής στρατηγικής ήταν να εξαναγκάσει το Ιράν σε υποχωρήσεις μέσω της στρατιωτικής πίεσης. Σχεδόν πέντε μήνες μετά την έναρξη του πολέμου, η τακτική αυτή δεν έχει επιφέρει την επιδιωκόμενη αλλαγή στη στάση της Τεχεράνης.
«Τόσο η CIA όσο και η Υπηρεσία Πληροφοριών του Πενταγώνου έχουν εκτιμήσει ότι οι τελευταίες αεροπορικές επιδρομές είναι απίθανο να μεταβάλουν τη διαπραγματευτική θέση του Ιράν»
Σύμφωνα με δημοσιεύματα, σε σύσκεψη στον Λευκό Οίκο, ο αντιπρόεδρος Τζέι Ντι Βανς και ο αρχηγός του Μεικτού Επιτελείου, στρατηγός Νταν Κέιν, εξέφρασαν επιφυλάξεις για περαιτέρω κλιμάκωση, επικαλούμενοι τόσο την κατανάλωση στρατιωτικών αποθεμάτων όσο και τον κίνδυνο μιας παρατεταμένης σύγκρουσης.
«Το 76% των Αμερικανών εκτιμά ότι ο πόλεμος αποδείχθηκε δυσκολότερος από ό,τι υπολόγιζε αρχικά η κυβέρνηση»
Οι τρεις δρόμοι – Κανένας δεν οδηγεί εύκολα στη λύση
Η ανάλυση του CNN εξετάζει τρεις πιθανές κατευθύνσεις, καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι όλες περιέχουν σημαντικούς κινδύνους.
Η εναλλακτική της αποστολής χερσαίων δυνάμεων θα μπορούσε θεωρητικά να αυξήσει την πίεση προς το Ιράν, όμως θα συνεπαγόταν σημαντικές αμερικανικές απώλειες σε έναν πόλεμο που ήδη αντιμετωπίζεται αρνητικά από την κοινή γνώμη. Μια περιορισμένη επιχείρηση ειδικών δυνάμεων δεν θα άλλαζε τη στρατηγική εικόνα, ενώ μια ευρεία εισβολή θα έφερνε τις ΗΠΑ αντιμέτωπες με έναν αντίπαλο τετραπλάσιο σε έκταση από το Ιράκ.
Η ενίσχυση του οικονομικού αποκλεισμού θα απαιτούσε εβδομάδες ή μήνες για να επηρεάσει ουσιαστικά την ιρανική οικονομία. Στο ενδιάμεσο, η Τεχεράνη θα μπορούσε να απαντήσει με νέες επιθέσεις κατά εμπορικών πλοίων στα Στενά του Ορμούζ, αυξάνοντας το κόστος για την παγκόσμια οικονομία.
Η διπλωματική οδός σκοντάφτει σε ένα βασικό εμπόδιο: το Ιράν εμφανίζεται διατεθειμένο να επιστρέψει σε μια συμφωνία μόνο εφόσον εξασφαλίσει ουσιαστικό ρόλο στη διαχείριση της ναυσιπλοΐας στα Στενά. Μια τέτοια υποχώρηση θα μπορούσε να εκληφθεί ως στρατηγική ήττα για τον Τραμπ, ο οποίος θα δεχόταν έντονη κριτική από το εσωτερικό του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος.
Το πολιτικό κόστος αυξάνεται
Η άνοδος των τιμών του πετρελαίου αναζωπύρωσε τις ανησυχίες για ακριβότερα καύσιμα και νέες πληθωριστικές πιέσεις στις ΗΠΑ. Οι επιθέσεις των Χούθι στην Ερυθρά Θάλασσα απειλούν μια εναλλακτική διαδρομή μεταφοράς πετρελαίου, ενώ τα παγκόσμια αποθέματα αργού παραμένουν περιορισμένα.
Δημοσκόπηση των CBS News και YouGov αποτυπώνει την αβεβαιότητα που επικρατεί στην αμερικανική κοινή γνώμη. Μόλις το 31% των πολιτών δηλώνει ότι κατανοεί πλήρως την κατάσταση στα Στενά του Ορμούζ, ενώ το 76% εκτιμά ότι ο πόλεμος αποδείχθηκε δυσκολότερος από ό,τι υπολόγιζε αρχικά η κυβέρνηση.
Η κυβέρνηση Τραμπ επιμένει ότι το Ιράν βρίσκεται σήμερα πιο απομονωμένο διπλωματικά, πιο αδύναμο οικονομικά και περισσότερο αποδυναμωμένο στρατιωτικά. Ωστόσο, η πραγματικότητα του πολέμου παραμένει πιο σύνθετη. Παρά τις απώλειες, η Τεχεράνη διατηρεί τη δυνατότητα να πλήξει τη διεθνή ναυσιπλοΐα, κρατώντας έναν σημαντικό μοχλό πίεσης.
Έπειτα από πέντε μήνες συγκρούσεων, το βασικό πρόβλημα για τον Λευκό Οίκο παραμένει το ίδιο: κάθε νέα επιλογή φαίνεται ακριβότερη από την προηγούμενη, ενώ καμία δεν εγγυάται ότι θα οδηγήσει σε μια συμφωνία που θα ικανοποιεί τους στρατηγικούς στόχους της Ουάσιγκτον.






