ΑρχικήΔΙΕΘΝΗ«Βουνό» χρέους 40 τρισ. δολαρίων για τις ΗΠΑ – Διπλασιάστηκε σε λιγότερο...

«Βουνό» χρέους 40 τρισ. δολαρίων για τις ΗΠΑ – Διπλασιάστηκε σε λιγότερο από μια δεκαετία

Το ομοσπονδιακό χρέος των Ηνωμένων Πολιτειών ξεπέρασε το ιστορικό ορόσημο των 40 τρισεκατομμυρίων δολαρίων, σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία του αμερικανικού Υπουργείου Οικονομικών – Οι δαπάνες για την εξυπηρέτησή του ξεπερνούν πλέον τον αμυντικό προϋπολογισμό και το Medicare, με τις εκτιμήσεις να κάνουν λόγο για συνέχιση της ανοδικής πορείας.

Γιώργος Πετρίδης | 20.08.2026 Οικονομία

Το αμερικανικό δημόσιο χρέος έφτασε σε νέα δυσθεώρητα ύψη. Σύμφωνα με τα στοιχεία που έδωσε στη δημοσιότητα την Τετάρτη το Υπουργείο Οικονομικών των ΗΠΑ, το ομοσπονδιακό χρέος ξεπέρασε τα 40 τρισεκατομμύρια δολάρια στις 18 Αυγούστου 2026, φτάνοντας τα 40,05 τρισ. δολάρια – περισσότερο από το διπλάσιο σε σχέση με το 2017.

Το ορόσημο αυτό έρχεται να επιβεβαιώσει μια ανησυχητική τάση: το αμερικανικό χρέος αυξάνεται με ταχύτερο ρυθμό από ό,τι οι οικονομολόγοι είχαν προβλέψει, με τις δαπάνες του κράτους να υπερβαίνουν κατά πολύ τα έσοδα. Το έλλειμμα του προϋπολογισμού, που καταγράφεται για 26η συνεχή χρονιά, έχει δημιουργήσει μια δημοσιονομική «τρύπα» που διευρύνεται συνεχώς, με τις Ηνωμένες Πολιτείες να αναγκάζονται να δανείζονται ολοένα και περισσότερα χρήματα για να καλύψουν τις ανάγκες τους.

«Τρέχουμε ελλείμματα εδώ και 26 χρόνια και έχουμε βασικά αγνοήσει πολλές από τις διαρθρωτικές προκλήσεις που υπάρχουν στον προϋπολογισμό μας και είναι πολύ γνωστές», δήλωσε στο CBS News ο Μάικλ Πίτερσον, διευθύνων σύμβουλος του μη κομματικού Ιδρύματος Peter G. Peterson. «Η κατάσταση επιταχύνεται σαφώς, γιατί, όπως σε κάθε πρόβλημα χρέους, όσο περισσότερο το αγνοείς, τόσο χειρότερο γίνεται».

Οι τόκοι «ροκανίζουν» τον προϋπολογισμό

Το πιο ανησυχητικό στοιχείο της νέας μέτρησης είναι το κόστος εξυπηρέτησης του χρέους. Οι τόκοι που πληρώνει η αμερικανική κυβέρνηση για τα δάνειά της πλησίασαν το 1 τρισεκατομμύριο δολάρια το 2025 και αντιπροσώπευαν σχεδόν το 14% των συνολικών δαπανών του κράτους. Αυτό σημαίνει ότι οι ΗΠΑ δαπανούν πλέον περισσότερα για την εξυπηρέτηση του χρέους τους παρά για την εθνική άμυνα ή το Medicare, το ομοσπονδιακό πρόγραμμα υγείας για τους ηλικιωμένους – μια εξέλιξη που οι αναλυτές χαρακτηρίζουν «ιστορική» και «ασύλληπτη» μέχρι πριν από λίγα χρόνια.

«Όπως σε κάθε πρόβλημα χρέους, όσο περισσότερο το αγνοείς, τόσο χειρότερο γίνεται», σημείωσε ο Πίτερσον, περιγράφοντας έναν φαύλο κύκλο όπου το αυξανόμενο χρέος οδηγεί σε υψηλότερους τόκους, οι οποίοι με τη σειρά τους διογκώνουν περαιτέρω το χρέος.

Ποιοι είναι οι βασικοί «ένοχοι»

Οι οικονομολόγοι που ρωτήθηκαν από το CBS News εμφανίζονται διχασμένοι ως προς το ποιοι είναι οι ακριβείς μηχανισμοί που τροφοδοτούν την έκρηξη του χρέους, ωστόσο συγκλίνουν σε τρεις βασικές κατηγορίες αιτιών.

Πρώτον, οι δημογραφικές αλλαγές. Ο γηράσκων αμερικανικός πληθυσμός οδηγεί σε αύξηση των δικαιούχων των προγραμμάτων Κοινωνικής Ασφάλισης και Medicare, γεγονός που καθιστά τα προγράμματα αυτά όλο και πιο δαπανηρά.

Δεύτερον, οι φορολογικές πολιτικές. Μια σειρά από φορολογικές περικοπές που εφαρμόστηκαν τις τελευταίες δύο δεκαετίες μείωσαν τα κρατικά έσοδα, περιορίζοντας τις δυνατότητες του κράτους να χρηματοδοτεί τις δαπάνες του χωρίς δανεισμό. Το Γραφείο Προϋπολογισμού του Κογκρέσου εκτιμά ότι ο νόμος «One Big Beautiful Bill» της κυβέρνησης Τραμπ, ο οποίος ψηφίστηκε πέρυσι, θα προσθέσει 4,2 τρισεκατομμύρια δολάρια στο χρέος έως το 2034.

Τρίτον, οι μεγάλες κρίσεις. Η Μεγάλη Ύφεση του 2008 και η πανδημία του COVID-19 προκάλεσαν απότομες αυξήσεις του χρέους, καθώς η κυβέρνηση αναγκάστηκε να δαπανήσει τεράστια ποσά για να στηρίξει την οικονομία.

Ο Πίτερσον ωστόσο προειδοποιεί ότι το πρόβλημα δεν μπορεί να αποδοθεί σε μια συγκεκριμένη κυβέρνηση ή κόμμα. «Πολλές διοικήσεις και πολλά Κογκρέσα έχουν κάνει βήματα προς τη λάθος κατεύθυνση», τόνισε, απορρίπτοντας την εύκολη κομματική αντιπαράθεση.

Οι επιπτώσεις στις τσέπες των πολιτών

Το 80% του αμερικανικού χρέους κατέχεται από το κοινό – δηλαδή από αμοιβαία κεφάλαια, την Ομοσπονδιακή Τράπεζα και άλλους εγχώριους θεσμικούς επενδυτές, ενώ το υπόλοιπο βρίσκεται στα χέρια ξένων επενδυτών. Καθώς η κυβέρνηση εκδίδει περισσότερα ομόλογα για να καλύψει τις ανάγκες της, καλείται να προσφέρει υψηλότερες αποδόσεις για να προσελκύσει αγοραστές. Αυτό έχει άμεσο αντίκτυπο στους απλούς πολίτες.

«Εάν το επιτόκιο των αμερικανικών ομολόγων ανεβαίνει, αυτό σημαίνει ότι ανεβαίνουν και τα επιτόκια των στεγαστικών δανείων, των αυτοκινήτων και των πιστωτικών καρτών», εξήγησε ο Πίτερσον. Με άλλα λόγια, το αυξανόμενο κόστος δανεισμού του κράτους μετακυλίεται στους πολίτες μέσω των τραπεζικών επιτοκίων.

Παράλληλα, το φαινόμενο του «crowding out» (εκτόπισης) γίνεται ολοένα και πιο αισθητό: οι τόκοι καταναλώνουν τόσο μεγάλο κομμάτι του προϋπολογισμού που ασκούν πτωτικές πιέσεις σε όλα τα άλλα προγράμματα, ενώ ταυτόχρονα ασκούν ανοδικές πιέσεις στους φόρους, καθώς η κυβέρνηση αναζητά περισσότερα έσοδα για να καλύψει το κόστος εξυπηρέτησης.

Οι ανησυχίες για το μέλλον – Και η άλλη άποψη

Το Ίδρυμα Peterson εκτιμά ότι, εάν δεν υπάρξουν μεταρρυθμίσεις στις δαπάνες ή στους φόρους, το χρέος θα μπορούσε να φτάσει τα 50 τρισ. δολάρια μέσα στα επόμενα έξι χρόνια. Οι αναλυτές προειδοποιούν ότι το αυξανόμενο χρέος θα μπορούσε να περιορίσει την ικανότητα της χώρας να αντιμετωπίσει μελλοντικές οικονομικές κρίσεις.

«Η διαταραχή της τεχνητής νοημοσύνης, μια ύφεση, ένας παγκόσμιος πόλεμος ή οποιοδήποτε άλλο γεγονός θα μπορούσε γρήγορα να μας ωθήσει από την πρόκληση σε μια πλήρη κρίση», προειδοποίησε σε γραπτή δήλωσή της η Μάργκαρετ Σπέλινγκς, πρόεδρος και διευθύνουσα σύμβουλος του Bipartisan Policy Center.

Ωστόσο, δεν συμμερίζονται όλοι την απαισιοδοξία. Ο Ντιν Μπέικερ, συνιδρυτής του οικονομικού think tank Center for Economic and Policy Research, είναι λιγότερο ανήσυχος. Όπως δήλωσε στο CBS News, η ισχυρή αμερικανική οικονομία θα πρέπει να επιτρέψει στην ομοσπονδιακή κυβέρνηση να συνεχίσει να φέρει το αυξανόμενο οικονομικό βάρος. Θεωρεί ότι οι πιο άμεσες οικονομικές απειλές για τις ΗΠΑ είναι οι δασμοί και ο αντίκτυπος του πολέμου στο Ιράν στις τιμές, ενώ προειδοποίησε ότι οι επενδυτές θα μπορούσαν να αποσύρουν τα χρήματά τους από τις ΗΠΑ εάν η «φούσκα» της τεχνητής νοημοσύνης σκάσει.

Η ελληνική οπτική – Τι σημαίνει για εμάς

Για τον Έλληνα αναγνώστη, το αμερικανικό χρέος των 40 τρισ. δολαρίων δεν είναι απλώς ένας μακρινός αριθμός. Οι Ηνωμένες Πολιτείες παραμένουν ο μεγαλύτερος δανειστής και ο ισχυρότερος οικονομικός πυλώνας της παγκόσμιας οικονομίας. Μια ενδεχόμενη κρίση χρέους στις ΗΠΑ θα μπορούσε να πυροδοτήσει αναταράξεις στις παγκόσμιες αγορές, να επηρεάσει το ευρώ, να αυξήσει το κόστος δανεισμού για τις ευρωπαϊκές χώρες – συμπεριλαμβανομένης της Ελλάδας – και να περιορίσει τις εξαγωγικές δυνατότητες της χώρας.

Παράλληλα, το αμερικανικό παράδειγμα λειτουργεί ως μια ισχυρή υπενθύμιση των κινδύνων που ελλοχεύουν όταν το δημόσιο χρέος αφήνεται να αυξάνεται ανεξέλεγκτα. Η Ελλάδα, που έχει βιώσει τη δική της δραματική περιπέτεια χρέους, γνωρίζει καλά το κόστος μιας δημοσιονομικής ανισορροπίας. Η αμερικανική εμπειρία επιβεβαιώνει ότι οι δομικές μεταρρυθμίσεις και η δημοσιονομική πειθαρχία δεν είναι πολυτέλεια – είναι ανάγκη.

Το ερώτημα που μένει να απαντηθεί είναι αν οι ΗΠΑ θα καταφέρουν να θέσουν υπό έλεγχο το χρέος τους πριν η κατάσταση καταστεί μη αναστρέψιμη. Η απάντηση θα κρίνει όχι μόνο το μέλλον της αμερικανικής οικονομίας, αλλά και τη σταθερότητα ολόκληρου του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού συστήματος.