Γιατί είναι τόσο δύσκολο να δεχθούμε ότι δεν έφταιγαν πάντα οι άλλοι — ακόμη και όταν το λάθος αφορά την πολιτική μας επιλογή
Δημήτρης Γιαλουράκης | 1 Αυγούστου 2026 ΨΥΧΟΛΟΓΙΑ
Υπάρχει ένας φόβος που σπάνια αναγνωρίζουμε ως φόβο.
Δεν αφορά το σκοτάδι, την αποτυχία, την απόρριψη ή κάποιον άμεσο κίνδυνο. Δεν εμφανίζεται απαραίτητα με αγωνία ή πανικό. Μπορεί να εμφανιστεί ως θυμός, ως επίθεση, ως ειρωνεία, ως πείσμα, ακόμη και ως απόλυτη βεβαιότητα.
Είναι ο φόβος να παραδεχθούμε ότι κάναμε λάθος.
Και υπάρχει κάτι ακόμη πιο δύσκολο: ο φόβος ότι, αν κοιτάξουμε πραγματικά πίσω από όσα μας συνέβησαν, μπορεί να ανακαλύψουμε ότι δεν ευθύνονταν πάντα οι άλλοι.
Ίσως να είπαμε εμείς κάτι που δεν έπρεπε. Ίσως να πήραμε μια λάθος απόφαση. Ίσως να μείναμε σε μια κατάσταση ενώ γνωρίζαμε ότι έπρεπε να φύγουμε. Ίσως να αγνοήσαμε σημάδια που ήταν μπροστά μας επειδή δεν θέλαμε να τα δούμε.
Και ίσως, κάποια στιγμή, χρειαστεί να αντιμετωπίσουμε μια ακόμη πιο δύσκολη εκδοχή αυτού του φόβου:
Μήπως δεν εμπιστεύτηκα τον σωστό άνθρωπο;
Όχι μόνο στη σχέση, στη δουλειά ή στην προσωπική ζωή.
Μήπως εμπιστεύτηκα λάθος πολιτικό;
Μήπως ψήφισα λάθος κόμμα;
Μήπως υπερασπίστηκα ανθρώπους που δεν άξιζαν την εμπιστοσύνη μου;
Μήπως έδιωξα από τη ζωή μου ανθρώπους επειδή διαφωνούσαν μαζί μου, ενώ τελικά εκείνοι έβλεπαν κάτι που εγώ δεν ήθελα να δω;
Και τότε το λάθος παύει να αφορά μια πράξη.
Αρχίζει να αφορά την ίδια την εικόνα που έχουμε για τον εαυτό μας.
Το λάθος δεν είναι πάντα απλώς ένα λάθος
Όταν λέμε «έκανα λάθος», θεωρητικά αναφερόμαστε σε μια συγκεκριμένη πράξη, επιλογή ή κρίση.
Ο ψυχισμός, όμως, μπορεί να ακούσει κάτι πολύ μεγαλύτερο.
«Έκανα λάθος» μπορεί να μετατραπεί σε:
«Δεν είμαι τόσο έξυπνος όσο νόμιζα».
«Δεν έχω τόσο καλή κρίση όσο πίστευα».
«Πώς δεν το κατάλαβα;»
«Πώς μπόρεσα να εμπιστευτώ αυτόν τον άνθρωπο;»
«Πώς υπερασπίστηκα αυτή την επιλογή τόσο φανατικά;»
Και εδώ βρίσκεται μια από τις βασικές δυσκολίες.
Όταν συνδέουμε ένα λάθος με την αξία μας ως ανθρώπων, η παραδοχή του αποκτά τεράστιο ψυχικό κόστος.
Αν το λάθος αποδεικνύει ότι είμαι «ανόητος», «αφελής», «ανίκανος» ή «κακός κριτής», τότε θα κάνω σχεδόν τα πάντα για να αποδείξω ότι δεν έφταιξα.
Θα εξηγήσω.
Θα δικαιολογήσω.
Θα αναζητήσω ελαφρυντικά.
Θα θυμηθώ τι έκανε ο άλλος.
Θα ανασύρω μια παλιότερη ιστορία.
Θα βρω μια λεπτομέρεια που θα μου επιτρέψει να μετακινήσω την ευθύνη.
Και έτσι μια απλή ερώτηση —«έκανα λάθος;»— μετατρέπεται σε μια πολύ μεγαλύτερη μάχη:
«Ποιος φταίει;»
Γιατί όσο υπάρχει κάποιος άλλος που φταίει περισσότερο, εγώ δεν χρειάζεται να κοιτάξω τόσο προσεκτικά τον εαυτό μου.
«Όταν συνδέουμε ένα λάθος με την αξία μας ως ανθρώπο, η παραδοχή του αποκτά τεράστιο ψυχικό κόστος»
«Η αυτοδικαίωση προστατεύει την εικόνα μας. Η αυτογνωσία, αντίθετα, την αναστατώνει»
Ο άλλος γίνεται η λύση στο πρόβλημά μας
Το να κατηγορούμε τους άλλους δεν αποτελεί πάντα συνειδητή χειραγώγηση. Πολύ συχνά λειτουργεί ως ψυχική άμυνα.
Αν ο άλλος φταίει, εγώ μπορώ να παραμείνω αθώος.
Αν ο άλλος με πρόδωσε, δεν χρειάζεται να αναρωτηθώ γιατί τον εμπιστεύτηκα ή μήπως έκανα κάτι λάθος εγώ.
Αν ο άλλος με εκμεταλλεύτηκε, δεν χρειάζεται να εξετάσω γιατί αγνόησα τα σημάδια.
Αν ο άλλος με πλήγωσε, δεν χρειάζεται να δω τι έκανα εγώ μέσα στη συγκεκριμένη ιστορία.
Η ίδια λογική μπορεί να μεταφερθεί αυτούσια στην πολιτική.
Αν ο πολιτικός με εξαπάτησε, δεν χρειάζεται να αναρωτηθώ γιατί τον πίστεψα.
Αν το κόμμα απέτυχε, δεν χρειάζεται να εξετάσω γιατί αγνόησα τις ενδείξεις.
Αν οι πολιτικοί μου φίλοι αποδείχθηκαν διαφορετικοί από αυτό που πίστευα, δεν χρειάζεται να αναρωτηθώ γιατί επένδυσα τόσο πολύ σε μια σχέση που στηριζόταν ίσως περισσότερο στην κοινή πολιτική βεβαιότητα παρά στην πραγματική εμπιστοσύνη.
Η ευθύνη μετακινείται προς τα έξω.
Και μαζί της μετακινείται και η δυσφορία.
Η αυτοδικαίωση είναι πιο εύκολη από την αυτογνωσία
Ο άνθρωπος έχει ανάγκη να διατηρεί μια συνεκτική εικόνα για τον εαυτό του.
Θέλει να πιστεύει ότι είναι λογικός, δίκαιος, ικανός και ότι οι αποφάσεις του έχουν κάποιο νόημα. Όταν μια πράξη έρχεται σε αντίθεση με αυτή την εικόνα, δημιουργείται εσωτερική ένταση.
Μπορούμε να αλλάξουμε την εικόνα μας.
Μπορούμε όμως και να αλλάξουμε την ιστορία.
Αν γνωρίζω ότι φέρθηκα άσχημα σε έναν άνθρωπο, μπορώ να πω:
«Του φέρθηκα άσχημα και πρέπει να αναλάβω την ευθύνη».
Μπορώ όμως να αρχίσω να θυμάμαι όλα όσα έκανε εκείνος πριν από τη δική μου συμπεριφορά.
Σύντομα η ιστορία αλλάζει.
Δεν είμαι πλέον ο άνθρωπος που έκανε κάτι για το οποίο πρέπει να απολογηθεί.
Είμαι ο άνθρωπος που «αναγκάστηκε» να αντιδράσει.
Το ίδιο συμβαίνει και στην πολιτική.
Δεν είμαι ο πολίτης που έκανε μια λανθασμένη επιλογή.
Είμαι ο πολίτης που «τον εξαπάτησαν».
Δεν είμαι ο άνθρωπος που αγνόησε προειδοποιητικά σημάδια.
«Δεν μπορούσα να ξέρω».
Δεν είμαι αυτός που επέμενε σε μια επιλογή ενώ τα δεδομένα άλλαζαν.
«Όλοι τότε αυτό πίστευαν».
Η αυτοδικαίωση προστατεύει την εικόνα μας.
Η αυτογνωσία, αντίθετα, την αναστατώνει.
Το πολιτικό λάθος πονάει περισσότερο όταν γίνεται ταυτότητα
Δεν ψηφίζουμε μόνο ιδέες.
Θεωρητικά, η πολιτική επιλογή αφορά προγράμματα, θέσεις και πρόσωπα. Στην πραγματικότητα, όμως, οι πολιτικές πεποιθήσεις συνδέονται με αξίες, εμπειρίες, φόβους, προσδοκίες και κοινωνικές σχέσεις.
Κάποια στιγμή, το «ψηφίζω αυτό το κόμμα» μπορεί να μετατραπεί σε:
«Είμαι ένας άνθρωπος που πιστεύει σε αυτό».
Και τότε η αμφισβήτηση της πολιτικής επιλογής γίνεται αμφισβήτηση της ταυτότητας.
Αν αποδειχθεί ότι το κόμμα που εμπιστεύτηκα δεν ήταν αυτό που πίστευα, δεν χρειάζεται μόνο να αλλάξω πολιτική άποψη.
Πρέπει να ξαναδώ τον εαυτό μου.
Αν ο άνθρωπος που θεωρούσα πολιτικά διορατικό αποδειχθεί ότι έκανε σοβαρό λάθος, πρέπει να δεχθώ ότι ίσως έκανα κι εγώ λάθος κρίση.
Αν οι άνθρωποι που θεωρούσα πολιτικούς φίλους αποδειχθούν διαφορετικοί από αυτό που πίστευα, πρέπει να αναρωτηθώ γιατί τους εμπιστεύτηκα τόσο.
Αυτό είναι πολύ πιο οδυνηρό από μια απλή πολιτική απογοήτευση.
«Από τη στιγμή που μπορούμε να αναγνωρίσουμε το δικό μας μερίδιο στην ιστορία, δεν χρειάζεται πλέον να προστατεύουμε το παρελθόν μας με κάθε κόστος»
«Με εξαπάτησαν»
Η φράση είναι συχνά αληθινή.
Οι πολιτικοί πράγματι εξαπατούν. Υπόσχονται πράγματα που δεν τηρούν. Κρύβουν πληροφορίες. Παρουσιάζουν διαφορετικά τον εαυτό τους από αυτό που τελικά αποδεικνύονται. Οι πολίτες πράγματι μπορούν να εξαπατηθούν.
Όμως η ψυχολογική δυσκολία αρχίζει όταν η φράση «με εξαπάτησαν» γίνεται καθολική εξήγηση που δεν επιτρέπει καμία αυτοεξέταση.
Γιατί άλλο είναι να μην μπορούσες να γνωρίζεις.
Και άλλο να υπήρχαν ενδείξεις που δεν ήθελες να δεις.
Άλλο είναι να σε παραπλάνησαν.
Και άλλο να αναζητούσες μόνο τις πληροφορίες που επιβεβαίωναν αυτό που ήδη ήθελες να πιστεύεις.
Άλλο είναι να άλλαξαν τα δεδομένα.
Και άλλο να αρνείσαι να αλλάξεις άποψη επειδή έχεις επενδύσει υπερβολικά στην παλιά.
Η διάκριση είναι δύσκολη ακριβώς επειδή απαιτεί ειλικρίνεια.
Και η ειλικρίνεια απέναντι στον εαυτό μας μπορεί να είναι πολύ πιο σκληρή από την καταγγελία απέναντι στους άλλους.
Όταν η ανάγκη για επιβεβαίωση νικά την ανάγκη για αλήθεια
Ο άνθρωπος δεν αναζητά πάντα πληροφορίες για να σχηματίσει άποψη. Συχνά αναζητά πληροφορίες για να επιβεβαιώσει μια άποψη που έχει ήδη σχηματίσει.
Στην πολιτική αυτό γίνεται ιδιαίτερα εμφανές.
Διαβάζουμε ανθρώπους που συμφωνούν μαζί μας. Ακούμε μέσα που επιβεβαιώνουν τις εκτιμήσεις μας. Μπαίνουμε σε παρέες όπου κυκλοφορούν οι ίδιες ερμηνείες. Όταν μια πληροφορία ενισχύει τη δική μας πλευρά, τη θεωρούμε σημαντική.
Όταν μια πληροφορία την πλήττει, γινόμαστε ξαφνικά πολύ πιο καχύποπτοι.
«Ποιος το λέει;»
«Ποια είναι η πηγή;»
«Γιατί το δημοσιεύουν τώρα;»
Οι ερωτήσεις είναι απολύτως θεμιτές.
Το πρόβλημα εμφανίζεται όταν τις χρησιμοποιούμε μόνο εναντίον των πληροφοριών που δεν μας αρέσουν.
Τότε δεν εφαρμόζουμε πλέον τα ίδια κριτήρια σε όλες τις πληροφορίες.
Δεν ψάχνουμε την αλήθεια.
Ψάχνουμε επιχειρήματα για να διατηρήσουμε την προηγούμενη πεποίθησή μας.
Και όσο περισσότερο έχουμε επενδύσει σε αυτήν, τόσο μεγαλύτερη γίνεται η ανάγκη να την προστατεύσουμε.
Το «εμείς» κάνει την έξοδο δυσκολότερη
Κάπου εδώ η πολιτική παύει να είναι απλώς επιλογή και γίνεται ταυτότητα ομάδας.
Το «εμείς» αποκτά τεράστια δύναμη.
Εμείς έχουμε δίκιο.
Εμείς βλέπουμε καθαρά.
Εμείς είμαστε οι δημοκράτες.
Εμείς είμαστε οι πατριώτες.
Εμείς είμαστε οι προοδευτικοί.
Εμείς ξέρουμε τι συμβαίνει.
Οι άλλοι δεν είναι πλέον απλώς πολιτικοί αντίπαλοι. Γίνονται άνθρωποι που «δεν καταλαβαίνουν», «έχουν συμφέροντα» ή «έχουν παρασυρθεί».
Όταν η πολιτική ομάδα αποκτήσει αυτόν τον χαρακτήρα, η αποχώρηση γίνεται πολύ πιο δύσκολη.
Δεν φεύγεις απλώς από ένα κόμμα.
Φεύγεις από ένα «εμείς».
Και μπορεί να χρειαστεί να αντιμετωπίσεις ανθρώπους με τους οποίους μοιράστηκες συζητήσεις, αγώνες, συγκρούσεις και προσωπικές στιγμές.
Τότε εμφανίζεται ένας άλλος φόβος:
«Και τώρα τι θα πουν οι άνθρωποι που τόσο καιρό πολεμούσα επειδή διαφωνούσαν μαζί μου;»
Η παραδοχή του λάθους μπορεί να έχει κοινωνικό κόστος.
Και αυτό το κόστος μπορεί να γίνει ένας ισχυρός λόγος για να συνεχίσουμε να υπερασπιζόμαστε κάτι που μέσα μας έχουμε ήδη αρχίσει να αμφισβητούμε.
«Όσο περισσότερα έχουμε επενδύσει σε μια επιλογή, τόσο δυσκολότερα αποδεχόμαστε ότι η επένδυση μπορεί να ήταν λανθασμένη»
Όσο περισσότερο επενδύσαμε, τόσο δυσκολότερα αποχωρούμε
Χρόνος.
Ενέργεια.
Φήμη.
Σχέσεις.
Καβγάδες.
Αναρτήσεις.
Υπερασπίσεις.
Μπορεί ακόμη και να έχουμε απομακρυνθεί από ανθρώπους επειδή θεωρούσαμε ότι βρίσκονται στη «λάθος πλευρά».
Όσο περισσότερα έχουμε επενδύσει σε μια επιλογή, τόσο δυσκολότερα αποδεχόμαστε ότι η επένδυση μπορεί να ήταν λανθασμένη.
Κάπου εκεί εμφανίζεται η παγίδα του κόστους που έχουμε ήδη καταβάλει.
«Μετά από τόσα χρόνια, τώρα θα φύγω;»
«Μετά από όσα έχω πει, θα παραδεχθώ ότι έκανα λάθος;»
«Μετά από όλους τους ανθρώπους που έχω συγκρουστεί για αυτή την επιλογή, θα αλλάξω πλευρά;»
Όμως το παρελθόν δεν επιστρέφεται.
Ο χρόνος που χάθηκε δεν κερδίζεται επειδή θα παραμείνουμε άλλα δέκα χρόνια στην ίδια λανθασμένη θέση.
Οι σχέσεις που χάλασαν δεν αποκαθίστανται επειδή θα συνεχίσουμε να υπερασπιζόμαστε κάτι που δεν πιστεύουμε πια.
Η πολιτική επιλογή δεν γίνεται σωστή επειδή έχουμε ήδη επενδύσει πολλά σε αυτήν.
Και η προηγούμενη ψήφος μας δεν αποτελεί συμβόλαιο αιώνιας πίστης.
Υπάρχει όμως και ο άλλος κίνδυνος
Εδώ χρειάζεται μια σημαντική ισορροπία.
Η αυτοκριτική δεν σημαίνει αυτοκατηγορία.
Δεν σημαίνει ότι κάθε φορά που ένας πολιτικός μας απογοητεύει πρέπει να λέμε «εγώ φταίω».
Δεν σημαίνει ότι κάθε αποτυχία ενός κόμματος αποτελεί δική μας ευθύνη.
Δεν σημαίνει ότι πρέπει να θεωρούμε τον εαυτό μας ένοχο επειδή κάποιος μας εξαπάτησε.
Ούτε πρέπει να πέσουμε στην αντίθετη παγίδα: να θεωρούμε ότι επειδή κάποτε κάναμε μια λανθασμένη επιλογή, όλες οι επόμενες επιλογές μας θα είναι επίσης λανθασμένες.
Η ώριμη αυτοκριτική δεν λέει:
«Φταίω για όλα».
Λέει:
«Ποιο ήταν το δικό μου κομμάτι σε αυτό που συνέβη;»
Μπορεί να είναι μεγάλο.
Μπορεί να είναι μικρό.
Μπορεί ακόμη και να είναι ανύπαρκτο.
Αλλά πρέπει να είμαστε διατεθειμένοι να το αναζητήσουμε.
Η πιο δύσκολη ερώτηση δεν είναι «ποιος φταίει;»
Ίσως αυτή να είναι η πιο σημαντική αλλαγή στη σκέψη μας.
Όταν κάτι πηγαίνει στραβά, η πρώτη μας ερώτηση είναι:
«Ποιος φταίει;»
Η δεύτερη θα μπορούσε να είναι:
«Τι συνέβη πραγματικά;»
Και η τρίτη:
«Τι μπορούσα να είχα δει, να είχα καταλάβει ή να είχα κάνει διαφορετικά;»
Η τελευταία ερώτηση είναι η δυσκολότερη.
Γιατί δεν προσφέρει εύκολη ανακούφιση.
Δεν μας χαρίζει έναν εχθρό.
Δεν μας επιτρέπει να βάλουμε όλη την ευθύνη απέναντι.
Μας επιστρέφει στον εαυτό μας.
Και αυτό μπορεί να πονάει.
Ταυτόχρονα, όμως, εκεί βρίσκεται κάτι που η διαρκής επίρριψη ευθύνης στους άλλους δεν μπορεί να μας προσφέρει:
η δυνατότητα να αλλάξουμε.
Όσο όλοι οι άλλοι φταίνε, εμείς δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα.
Αν ο άλλος είναι πάντα η αιτία, τότε η ζωή μας εξαρτάται από το τι θα κάνει ο άλλος.
Αν όμως μπορώ να δω το δικό μου μέρος στην ιστορία, ακόμη και όταν αυτό είναι μικρό, αποκτώ ξανά ένα κομμάτι ελέγχου.
«Η παραδοχή του λάθους δεν ακυρώνει την αξιοπρέπειά μας. Μας επιτρέπει να την ξαναχτίσουμε πάνω σε κάτι πιο πραγματικό»
Το «έκανα λάθος» δεν είναι ήττα
Ίσως έχουμε μάθει να αντιμετωπίζουμε την παραδοχή του λάθους σαν ήττα.
Σαν να κερδίζει ο άλλος.
Σαν να χάνουμε την αξιοπιστία μας.
Σαν να ακυρώνεται ό,τι είχαμε πει προηγουμένως.
Δεν χρειάζεται να είναι έτσι.
Μπορώ να πω:
«Έκανα λάθος».
Μπορώ να πω:
«Εμπιστεύτηκα έναν άνθρωπο που δεν έπρεπε».
Μπορώ να πω:
«Ψήφισα ένα κόμμα και σήμερα δεν θα το ψήφιζα».
Μπορώ να πω:
«Υπερασπίστηκα μια θέση επειδή πίστευα ότι ήταν σωστή και σήμερα έχω διαφορετική άποψη».
Και μπορώ να το κάνω χωρίς να διαγράψω ολόκληρο τον εαυτό μου.
Γιατί ένας άνθρωπος μπορεί να έχει κάνει λάθος χωρίς να είναι συνολικά ένας «λάθος άνθρωπος».
Μπορεί να έχει κρίνει λάθος χωρίς να είναι ανίκανος να κρίνει.
Μπορεί να εμπιστεύτηκε λάθος χωρίς να είναι καταδικασμένος να εμπιστεύεται πάντα λάθος.
Η παραδοχή του λάθους δεν ακυρώνει την αξιοπρέπειά μας.
Μας επιτρέπει να την ξαναχτίσουμε πάνω σε κάτι πιο πραγματικό.
Η ελευθερία αρχίζει όταν δεν χρειάζεται να προστατεύουμε το παρελθόν μας
Ίσως τελικά ο φόβος να παραδεχθούμε ότι κάναμε λάθος να μην αφορά τόσο το ίδιο το λάθος.
Αφορά αυτό που νομίζουμε ότι θα χάσουμε αν το αναγνωρίσουμε.
Την εικόνα μας.
Την υπερηφάνειά μας.
Την παρέα μας.
Την πολιτική μας ταυτότητα.
Την πεποίθηση ότι είχαμε δίκιο.
Την ανάγκη να μπορούμε να πούμε στους άλλους «εγώ σας τα έλεγα».
Όμως η ζωή δεν μας ζητά να δικαιώσουμε όλες τις παλιές μας επιλογές.
Μας ζητά να μπορούμε να μαθαίνουμε από αυτές.
Και αυτό απαιτεί μια μορφή θάρρους που δεν φαίνεται εύκολα.
Δεν είναι το θάρρος να καταγγείλεις τον αντίπαλο.
Δεν είναι το θάρρος να υπερασπιστείς μέχρι τέλους την παράταξή σου.
Δεν είναι το θάρρος να φωνάξεις περισσότερο από τον άλλον.
Είναι το θάρρος να πεις:
«Εδώ έκανα λάθος».
Να αναγνωρίσεις ότι εμπιστεύτηκες τον λάθος άνθρωπο.
Ότι ψήφισες το λάθος κόμμα.
Ότι ίσως επέλεξες λάθος πολιτικούς φίλους.
Ότι ίσως υπερασπίστηκες πράγματα που δεν άξιζαν την υπεράσπισή σου.
Και, το δυσκολότερο από όλα, να αναρωτηθείς:
«Μήπως υπήρχαν πράγματα που είχα δει, αλλά δεν ήθελα να δω;»
Αυτή η ερώτηση δεν μας μικραίνει.
Μας μεγαλώνει.
Γιατί από τη στιγμή που μπορούμε να αναγνωρίσουμε το δικό μας μερίδιο στην ιστορία, δεν χρειάζεται πλέον να προστατεύουμε το παρελθόν μας με κάθε κόστος.
Μπορούμε να το αφήσουμε πίσω.
Να αλλάξουμε γνώμη.
Να αλλάξουμε επιλογή.
Να αλλάξουμε ανθρώπους γύρω μας.
Να ξανασκεφτούμε όσα θεωρούσαμε δεδομένα.
Και να προχωρήσουμε.
Ίσως, λοιπόν, το μεγαλύτερο πρόβλημα δεν είναι ότι κάποτε εμπιστευτήκαμε τον λάθος άνθρωπο.
Ούτε ότι ψηφίσαμε το λάθος κόμμα.
Ούτε ότι υπερασπιστήκαμε μια λανθασμένη επιλογή.
Το πραγματικό πρόβλημα αρχίζει όταν, για να μην παραδεχθούμε ότι κάναμε λάθος, αποφασίζουμε να μην βλέπουμε πια την πραγματικότητα.
Γιατί τότε δεν προστατεύουμε απλώς μια παλιά επιλογή.
Προστατεύουμε ένα λάθος από την αλήθεια.






